ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ Ν. 3869/2010 (ΦΕΚ Α΄130/3-8-2010)[1]

     ΓΙΑ ΤΑ ΥΠΕΡΧΕΩΜΕΝΑ ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

 

 

Αλεξία Κ. Μουτσιούλη

Δικηγόρος

LL.M Civil, Civil Procedure and Labour Law

 

 

Α) Λόγοι θέσπισης και επιδιωκόμενος σκοπός

Ο ν. 3869/2010[2] ρυθμίζει το φαινόμενο της υπερχρέωσης των φυσικών προσώπων που δεν ασκούν εμπορική δραστηριότητα, καταλαμβάνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις περιπτώσεις που δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Πτωχευτικού Κώδικα , που κυρώθηκε με το ν. 3588/2007 (ΦΕΚ Α΄ 153/10-7-2007)[3]. Στη θέσπιση του εν λόγω νομοθετήματος οδήγησαν η εισοδηματική στενότητα, τα υψηλά επιτόκια στο χώρο ιδίως της καταναλωτικής πίστης, οι επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, η άκριτη προσφυγή πολλών Ελλήνων στο δανεισμό ακόμη και για την κάλυψη δευτερευουσών αναγκών, ατυχείς προγραμματισμοί, απρόβλεπτα γεγονότα στη ζωή των δανειοληπτών (απώλεια εργασίας, ασθένεια κ.α.), τα οποία αποτέλεσαν παράγοντες που, δρώντας υπό την απουσία θεσμών συμβουλευτικής υποστήριξης των καταναλωτών σε θέματα υπερχρέωσης, συνέβαλαν ανενόχλητα στην αυξανόμενη υπερχρέωση νοικοκυριών που, αδυνατώντας εν συνεχεία να αποπληρώσουν τα χρέη τους, υπέστησαν και υφίστανται, τις αλυσιδωτά επερχόμενες καταστροφικές συνέπειές της[4].

 Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται και από τη νομολογία  «Με το ν. 3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα της ρύθμισης -για το φυσικό πρόσωπο - των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά και βρίσκει τη νομιμοποίησή της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου, που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία - χωρίς διέξοδο και προοπτική - κατάσταση, από την οποία - άλλωστε - και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος. Μία τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει όμως να εξυπηρετεί κι ευρύτερα το γενικό συμφέρον,  καθώς οι πολίτες  επανακτούν, μέσω  των  εν  λόγω διαδικασιών, την αγοραστική τους δύναμη, προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο ν. 3869/2010 - εξειδικεύοντας τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ - με τις διατάξεις του στοχεύει στην οριοθέτηση της παροχής του οφειλέτη, διότι, με το πλαίσιο των διατάξεών του, καθορίζει τις προϋποθέσεις ρύθμισης των χρεών και απαλλαγής από αυτά του οφειλέτη-φυσικού προσώπου, με σκοπό να επαναφέρει την ισορροπία των παροχών μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών, που, κατά κύριο λόγο, είναι οι τράπεζες».[5]

 

Β) Πεδίο εφαρμογής και εξαιρέσεις

Ειδικότερα στο πεδίο εφαρμογής του νόμου υπάγονται φυσικά πρόσωπα, συνεπώς όχι νομικά[6], στα οποία συντρέχουν σωρευτικά βάσει του άρθρου 1§1 ν. 3869/2010 οι κάτωθι προϋποθέσεις: 

α)Δεν είναι έμποροι και δεν έχουν ως εκ τούτου σύμφωνα με το άρθρο 2 του Πτωχευτικού Κώδικα την πτωχευτική ικανότητα.  Στη ρύθμιση του νόμου μπορούν  να καταφύγουν ιδιωτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, εργάτες, εισοδηματίες, αγρότες, κτηνοτρόφοι, άνεργοι ή ανεπάγγελτοι, συνταξιούχοι κ.ο.κ., σε καμία περίπτωση, όμως, πρόσωπα που φέρουν την εμπορική ιδιότητα, ακόμη και αν τα χρέη τους είναι μη εμπορικά, δεν έχουν προκύψει δηλαδή από την άσκηση εμπορικής δραστηριότητας[7]. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι κατά την κρατούσα στη θεωρία και νομολογία άποψη δεν θεωρούνται έμποροι οι μικροέμποροι, οι κάτοχοι μεριδίων και οι διαχειριστές των Ε.Π.Ε., οι μέτοχοι, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και οι διευθύνοντες σύμβουλοι των Α.Ε., υπό τον όρο ότι δεν διενεργούν στο πρόσωπό τους και για δικό τους λογαριασμό εμπορικές πράξεις, καθώς και οι ετερόρρυθμοι εταίροι στις Ε.Ε. εν αντιθέσει με τους ομορρύθμους εταίρους των Ο.Ε. και Ε.Ε. που αποκτούν την εμπορική ιδιότητα αντανακλαστικά, δηλαδή χωρίς να ασκούν αυτοί προσωπικώς εμπορικές πράξεις[8]. Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι η διαδικασία του ν. 3869/2010 είναι αυστηρά προσωποπαγής με επίκεντρο το πρόσωπο που αξιώνει προστασία και όχι τα χρέη του[9].

β) Έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τουλάχιστον κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης. Ως αδυναμία πληρωμών νοείται τόσο η έλλειψη ρευστότητας όσο και η έλλειψη δυνατότητας άμεσης ρευστοποίησης της υπάρχουσας περιουσίας του οφειλέτη, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν πρέπει να έχει πρόσκαιρο ή περιοδικό χαρακτήρα[10]. Σε ό,τι αφορά τον όρο του ληξιπρόθεσμού, που εν προκειμένω έχει την έννοια του απαιτητού, γίνεται δεκτό ενόψει του γενικότερου σκοπού του νόμου και του συλλογικού χαρακτήρα της όλης διαδικασίας ότι στο ρυθμιστικό πεδίο του νόμου υπάγονται και μη ληξιπρόθεσμές χρηματικές οφειλές. ‘Ετσι λ.χ. ακόμα κι αν δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες όλες οι δόσεις του δανείου στη ρύθμιση του νόμου δύναται να υπαχθεί το σύνολο του δανείου και όχι μόνο οι ληξιπρόθεσμες δόσεις αυτού[11].

γ) Έλλειψη δόλου ως προς την περιέλευσή τους σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Ο νομοθέτης δεν επιδιώκει την προστασία του κακόπιστου οφειλέτη και ιδίως του οφειλέτη που απέβλεψε στην υπερχρέωσή του προκειμένου να καταφύγει στις ευνοϊκές διατάξεις του ν. 3869/2010 περί ρύθμισης και απαλλαγής του από τα χρέη[12]. Κατά τη νομολογία πάντως δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρεώσεως, της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η πρόκληση, από τον ίδιο, άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές. Το στοιχείο της δολιότητας πρέπει να εξετάζεται περαιτέρω υπό το πρίσμα της δυνατότητας των πιστωτών, κυρίως των τραπεζών, να εξακριβώσουν στη σημερινή συναλλακτική πρακτική την οικονομική συμπεριφορά και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις των αντισυμβαλλομένων τους μέσω «ΤΕΙΡΕΣΙΑ», «ΔΙΑ» κλπ ηλεκτρονικών συστημάτων[13].  Αξίζει να σημειωθεί ότι στο άρθρο 1§1 ν. 3869/2010 πάντως θεσπίζεται μαχητό τεκμήριο υπέρ της έλλειψης δόλου του οφειλέτη, με την υποχρέωση απόδειξης της ύπαρξης δόλου να βαρύνει τον πιστωτή[14].

Από το ρυθμιστικό πεδίο του ν. 3869/2010 εξαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 1§2 ν. 3869/2010 οι οφειλές που: i) Έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας του άρθρου 4§1. Ο σκοπός της συγκεκριμένης ρυθμιστικής διάταξης είναι διττός, αφού αφενός επιθυμεί να αποτρέψει τη σκόπιμη και εντός μικρού χρονικού διαστήματος πριν την κατάθεση της αίτησης υπερχρέωση των οφειλετών που υπολογίζουν να επιδιώξουν στη συνέχεια την υπαγωγή τους στο ν. 3869/2010 και αφετέρου αποβλέπει στον αποκλεισμό συμπαιγνίας του οφειλέτη με εικονικούς πιστωτές, ώστε να μην αλλοιωθεί το παθητικό του οφειλέτη και η σύμμετρη ή προνομιακή ικανοποίηση των καλόπιστων πιστωτών[15]. Εντούτοις στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί η τακτική πολλών τραπεζικών ιδρυμάτων που εκμεταλλευόμενα την άγνοια και την ψυχολογική πίεση όσων δανειοληπτών αδυνατώντας να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις που έχουν αναλάβει από δανειακές συμβάσεις ζητούν την επαναδιαπραγμάτευση του ύψους των δόσεων των δανείων τους, που υπό κανονικές συνθήκες θα μπορούσαν να ρυθμιστούν κατά το  ν. 3869/2010 και να διαγραφούν, τους κατευθύνουν στη σύναψη νέων δανειακών συμβάσεων[16] , στερώντας τους κατ’ αυτόν τρόπο το δικαίωμα να υπαχθούν στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010. ii) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης[17] και iii) προέκυψαν από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007 (ΦΕΚ Α` 151/10-7-2007)[18].

Ειδικά σε ό,τι αφορά τις οφειλές που απορρέουν από δανειακές συμβάσεις του Ταμείου και Παρακαταθηκών και Δανείων και του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στη νομολογία φαίνεται να επικρατεί η άποψη ότι οι συγκεκριμένου είδους οφειλές εξαιρούνται του ρυθμιστικού πεδίου του ν. 3869/2010. Συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι σύμφωνα  με το άρθρο 62 του ν. 2214/1994 που αφορά την εξυπηρέτηση και ασφάλιση των τοκοχρεωλυτικών δανείων που χορηγούνται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την απόκτηση πρώτης κατοικίας από δημόσιους υπάλληλους, συνταξιούχους και λοιπούς δικαιούμενους κατά την κείμενη νομοθεσία, κάθε δανειζόμενος υποχρεούται να εκχωρήσει υπέρ του δανειστή α) μέχρι τα 6/10 όλων γενικά των τακτικών μηνιαίων απολαβών τους (μισθός, επιδόματα, μηνιαία αναλογία δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, ΔΙΒΕΕΤ κλπ), β) μέχρι τα 6/10 της κύριας και επικουρικής συντάξεως του και όλων γενικά των μερισμάτων και άλλων παροχών, που τακτικά λαμβάνουν από τα ασφαλιστικά τους Ταμεία, γ) τα 3/4 από το εφάπαξ βοήθημα που χορηγείται σε αυτόν από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα ή από την οριζόμενη από την εργατική νομοθεσία αποζημίωση λόγω λύσεως της εργασιακής σχέσεως (παρ. 1). Οι πιο πάνω εκχωρήσεις είναι ισχυρές καταργούμενης κάθε αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως. Κατά την διάταξη, δε, του άρθρου 19 ν. 2322/1995 (ΦΕΚ Α΄ 143/12-7-1995), οι ρυθμίσεις του άρθρου 62 του ν. 2214/1994, ισχύουν και στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις στο άρθρο 62 ν. 2214/1994 επέφεραν οι νόμοι 3453/2006 (ΦΕΚ Α΄74/7-4-2006) και 3867/2010 (ΦΕΚ Α΄128/3-8-2010). Σύμφωνα με το άρθρο 25§6 του ν. 3867/2010, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων δύναται ύστερα  από αίτηση του υπόχρεου να καθορίζονται όροι εξυπηρέτησης, επί μέρους συμφωνίες των δανειακών συμβάσεων και η διευθέτηση των τόκων υπερημερίας των μη κανονικά εξυπηρετούμενων οποιουδήποτε είδους δανειακών συμβάσεων, που έχει χορηγήσει προς φυσικά πρόσωπα το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Με τις ως άνω λοιπόν ειδικές για το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων διατάξεις ορίζεται αφενός εκ του νόμου εκχώρηση, κατά τα ποσοστά, που αναφέρονται, επί των αποδοχών του δανειολήπτη για την εξόφληση του δανείου και αφετέρου η διαδικασία ρυθμίσεως των μη κανονικά εξυπηρετούμενων δανείων, που έχει χορηγήσει το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Συνεπώς ενόψει του γεγονότος ότι ο  ν. 3869/2010 ρυθμίζει γενικά τις οφειλές υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων χωρίς καμία αναφορά ή τροποποίηση των παραπάνω ειδικών ρυθμίσεων των μη εξυπηρετούμενων οφειλών προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εξακολουθούν για τις τελευταίες οφειλές να ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 62 ν. 2214/1994 και 25 παρ. 6 ν. 3867/2010.[19]

Ενόψει του γεγονότος ότι ο ν. 3869/2010 εισάγει αναγκαστικό δίκαιο[20], ο οφειλέτης δύναται να παραιτηθεί του δικαιώματος υπαγωγής μόνο ήδη γεγενημένων απαιτήσεών του, ποτέ μελλοντικών, υπό τον όρο ότι κατά τη στιγμή της παραίτησης συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής που μόλις προαναφέρθηκαν, η δε παραίτηση αυτή αφορά μόνο τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Αν συνεπώς μετά τη συμφωνία συμβιβασμού, στην οποία συμπεριλήφθηκε και ο σχετικός περί παραίτησης όρος του οφειλέτη, ακολουθήσει εκ νέου κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής, το δικαίωμα υπαγωγής συνιστάται από την αρχή και είναι δυνατή η προσφυγή στο ν. 3869/2010[21]. Σε κάθε περίπτωση παραίτηση από το δικαίωμα υπαγωγής που συντελείται υπό τη μορφή Γ.Ο.Σ. (λ.χ. με τυποποιημένο όρο συναλλαγών που περιλαμβάνεται σε τραπεζική σύμβαση) είναι αυτοδικαίως άκυρη καθότι προσκρούει στο άρθρο 2§6 ν. 2251/1994 «Περί προστασίας του Καταναλωτή» (ΦΕΚ Α΄191/16-11-1994)[22].

 

Γ) Διαδικασία υπαγωγής των οφειλών σε ρύθμιση του ν. 3869/2010

Προκειμένου να μπορέσει ο οφειλέτης να υπαγάγει τις χρηματικές του οφειλές στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 θα πρέπει προηγουμένως να γνωρίζει το ακριβές ύψος αυτών, πράγμα που μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα δυσχερές στην περίπτωση των τραπεζικών δανειακών συμβάσεων, όπου οι οφειλές των δανειοληπτών απαρτίζονται κατά κανόνα από κεφάλαιο, τόκους και διάφορά άλλα έξοδα των πιστωτικών ιδρυμάτων. Για το λόγο αυτό στο άρθρο 2§4 ν. 3869/2010 θεσπίζεται υποχρέωση των  πιστωτικών ιδρυμάτων μέσα σε πέντε εργάσιμες ημέρες από την υποβολή σχετικού αιτήματος του οφειλέτη, να παραδίδουν στον τελευταίο χωρίς επιβάρυνση αναλυτική κατάσταση των προς αυτά οφειλών του κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα καθώς και το επιτόκιο με το οποίο εκτοκίζεται η οφειλή[23].  Για κάθε μάλιστα παράβαση της υποχρέωσης της ως άνω παραγράφου επιβάλλεται από τον Υπουργό Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας πρόστιμο που ανέρχεται από 500 έως 10.000 ευρώ, οι σχετικές δε καταγγελίες για τις συγκεκριμένου είδους παραβάσεις κατατίθενται στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.

Η διαδικασία υπαγωγής των χρηματικών οφειλών στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 διακρίνεται σε τρία στάδια:

 

α. Εξωδικαστικός συμβιβασμός

Το πρώτο στάδιο συνίσταται κατά το άρθρο 2§1 ν. 3869/2010 στην καταβολή προσπάθειας εκ μέρους του οφειλέτη για επίτευξη εξωδικαστικού συμβιβασμού με τους πιστωτές του δια της υποβολής σχετικής αίτησης για ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγής του από αυτές. Η προσπάθεια αυτή πραγματοποιείται με τη συνδρομή του Συνηγόρου του Καταναλωτή, Επιτροπής Φιλικού Διακανονισμού που προβλέπεται στο άρθρο 11 του ν. 2251/1994 (ΦΕΚ 191 Α), όπως ισχύει, ή Ένωσης Καταναλωτών που είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο που προβλέπεται στο άρθρο 10§4 του ν. 2251/1994 ή του Μεσολαβητή Τραπεζικών Επενδυτικών Υπηρεσιών ή δικηγόρου ή άλλου δημόσιου ή ιδιωτικού μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα φορέα από αυτούς που ορίζονται με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 2§3 ν. 3869/2010.  Στην πράξη είθισται τα πιστωτικά ιδρύματα προκειμένου να εξετάσουν την αίτηση εξωδικαστικού συμβιβασμού του δανειολήπτη να απαιτούν, μολονότι δεν υφίσταται σχετική πρόβλεψη στο νόμο, και την προσκόμιση των εξής δικαιολογητικών: φωτοαντιγράφων ταυτότητας, Ε1 των δύο τελευταίων ετών, Ε9, ΕΤΑΚ και ενίοτε πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης του δανειολήπτη.

Εάν επιτευχθεί εξωδικαστικός συμβιβασμός, συντάσσεται σχετικό πρακτικό, το οποίο κατόπιν επικύρωσης του από τον αρμόδιο Ειρηνοδίκη αποτελεί τίτλο εκτελεστό υπό την έννοια του άρθρου 904 ΚΠολΔ., ενώ επιφέρει παράλληλα την κατάργηση τυχόν εκκρεμών δικών μεταξύ του οφειλέτη και των συμβληθέντων πιστωτών του[24]. Εάν πάλι δεν καταστεί εφικτός ο συμβιβασμός μεταξύ οφειλέτη και πιστωτή, τότε συντάσσεται από τον φορέα ή δικηγόρο που συνέδραμε στη διαδικασία σχετική βεβαίωση, στην οποία διαπιστώνεται η αποτυχία της προσπάθειας εξωδικαστικού συμβιβασμού, η οποία είναι αναγκαία για το παραδεκτό της αίτησης του άρθρου 4§2 ν. 3869/2010 που υποβάλλεται ενώπιον του αρμόδιου Ειρηνοδικείου κατά το αμέσως επόμενο στάδιο.[25]

 

β. Δικαστικός συμβιβασμός

Κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας ο οφειλέτης υποχρεούται βάσει του άρθρου 4 ν. 3869/2010 σε μία νέα απόπειρα επιδίωξης συμβιβασμού με τους πιστωτές του, αυτή τη φορά όμως ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναλυτικότερα μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την αποτυχία της απόπειρας εξωδικαστικού συμβιβασμού[26] (άρθρο 2§1 ν. 3869/2010) προβλέπεται η κατάθεση[27] στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου της περιφέρειας όπου έχει την κατοικία του ο οφειλέτης (άρθρο 3 ν. 3869/2010) αίτησης[28] που κατά το άρθρο 4§1 ν. 3869/2010 πρέπει να περιέχει i) κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη και των κάθε φύσης εισοδημάτων του ίδιου και του συζύγου του, ii) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και iii) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, που να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και την περιουσία, τα εισοδήματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη, κατά το άρθρο δε 5 του ν. 3869/2010  αντίγραφο της ως άνω αίτησης με ορισμό δικασίμου για τη συζήτησή της επιδίδεται στους πιστωτές μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της στο Δικαστήριο.

Υποστηρίζεται έντονα από τη νομολογία[29] ότι ο οφειλέτης δεν οφείλει να υπαγάγει στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 το σύνολο των απαιτήσεων των πιστωτών, έχει μάλιστα την ευχέρεια να επιλέξει ακόμη και ορισμένες απαιτήσεις του ίδιου πιστωτή και όχι όλες[30].  Εάν επιτευχθεί δικαστικός συμβιβασμός υπό τους ειδικότερους όρους του άρθρου 7 ν. 3869/2010, δηλαδή είτε με ρητή ή σιωπηρή συναίνεση των πιστωτών είτε με υποκατάσταση[31] της έλλειψης συγκατάθεσης όσων εκ των πιστωτών αρνούνται καταχρηστικά κατόπιν έκδοσης σχετικής δικαστικής αποφάσεως, λύεται οριστικά η ένδικη διαφορά, αφού επέρχεται αυτοδικαίως ανάκληση της αίτησης του άρθρου 4§1 ν. 3869/2010.

 

γ. Ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή

Σε περίπτωση μη επίτευξης δικαστικού συμβιβασμού ακολουθεί η συζήτηση της αίτησης κατά τη δικάσιμο που είχε προσδιοριστεί βάσει του άρθρου 4§3 ν.3869/2010. Κατά την εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας της αίτησης το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τα πάσης φύσεως εισοδήματα του οφειλέτη, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του, να κρίνει εάν τελικώς τα περιουσιακά στοιχεία του επαρκούν ή όχι σύμφωνα με το άρθρο 8§2 ν. 3869/2010 για την ικανοποίηση των πιστωτών του. Εάν επαρκούν, το δικαστήριο θα απορρίψει την αίτηση,  ο οφειλέτης δε στερείται του δικαιώματος να υποβάλλει νέα αίτηση πριν την πάροδο ενός έτους σύμφωνα με το άρθρο 8§1 ν. 3869/2010[32],  προθεσμία που αρχίζει από την τελεσιδικία της απορριπτικής απόφασης[33]. Εάν πάλι τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη κριθούν ανεπαρκή, το δικαστήριο προβαίνει σε ρύθμιση των χρεών του με την επιβολή σε αυτόν ενός τετραετούς «προγράμματος πληρωμών», η συνεπής τήρηση του οποίου από τον οφειλέτη οδηγεί αυτοδικαίως κατά το άρθρο 9§1 ν. 3869/2010 (μετά την πάροδο της τετραετίας)  σε απαλλαγή[34] του έναντι όλων[35] των πιστωτών  που συμπεριλήφθησαν στην αίτηση του άρθρου 4§1 ν. 3869/2010 και το σχέδιο διευθέτησης πληρωμών[36]. Με βάση το άρθρο 12  ν. 3869/2010 ο οφειλέτης απαλλάσσεται ομοίως έναντι των τυχόν εγγυητών, των εις ολόκληρον υπόχρεων (συνοφειλετών) ή άλλων δικαιούχων σε αναγωγή που αναφέρονται στη δανειακή σύμβαση, οι οποίοι ωστόσο εξακολουθούν να ευθύνονται απέναντι στους πιστωτές του οφειλέτη[37]. Προκειμένου, λοιπόν, να μην κληθούν τα πρόσωπα αυτά να ικανοποιήσουν τους πιστωτές ως προς τις οφειλές για τις οποίες έχει απαλλαχθεί ο οφειλέτης, ενδείκνυται η προσφυγή τους επίσης στις διατάξεις του ν. 3869/2010, εφόσον πληρούν και οι ίδιοι της προϋποθέσεις του νόμου[38]. Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του μπορεί να επέλθει μόνο μία φορά κατά το άρθρο 1§3 ν. 3869/2010[39].

Το συνολικό ποσό που θα επιβάλει το δικαστήριο να καταβάλλει ο οφειλέτης μηνιαία στους πιστωτές του αποτελεί προϊόν στάθμισης των εκατέρωθεν συμφερόντων των μερών[40], ήτοι αφενός της ανάγκης ικανοποίησης των πιστωτών αφετέρου της ανάγκης διασφάλισης ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για τον οφειλέτη και τα τυχόν μέλη της οικογένειάς του[41], για την εξεύρεση δε του ειδικότερου ποσού που αντιστοιχεί σε κάθε πιστωτή θα χρησιμοποιηθεί ο λόγος της απαίτησης κάθε δανειστή σε σχέση με το συνολικό ύψος των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη[42]. Δεν αποκλείεται σύμφωνα με το άρθρο 8§5 ν. 3869/2010 λόγω εξαιρετικών περιστάσεων όπως χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλων λόγων ίδιας τουλάχιστον βαρύτητας, το δικαστήριο να ορίζει με την απόφαση του μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές[43].  Περαιτέρω η αρχική απόφαση του δικαστηρίου δύναται βάσει του άρθρου 8§4 ν. 3869/2010  να τροποποιηθεί με αίτηση του οφειλέτη κατά τη διαδικασία των άρθρων 758 επ. ΚΠολΔ[44] ενόψει μεταγενέστερων γεγονότων  όπως λ.χ. μεταβολή ως προς την ύπαρξη και το ύψος των χρεών, ικανοποίηση ενός πιστωτή από τρίτο πρόσωπο, ή μεταβολών στην περιουσιακή και εισοδηματική κατάσταση του οφειλέτη.

Σύμφωνα με το άρθρο 9§1 ν. 3869/2010 η εκποίηση τυχόν ρευστοποιήσιμης περιουσίας του οφειλέτη[45] μπορεί να διαταχθεί αυτεπαγγέλτως[46]  από το δικαστήριο μόνο όταν τα τακτικά εισοδήματα ή οι αποταμιεύσεις μετρητών του οφειλέτη δεν επαρκούν για την πλήρη εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του με την τήρηση του προγράμματος πληρωμών που αυτό επιβάλλει για μία τετραετία δυνάμει του άρθρου 8§2 ν. 3869/2010[47].  Εν προκειμένω το δικαστήριο διατάσσει την ικανοποίηση των δανειστών ταυτόχρονα[48] αφενός με μηνιαίες καταβολές από τα εισοδήματα του οφειλέτη αφετέρου με εκποίηση των περιουσιακών του στοιχείων[49], διορίζοντας για το λόγο αυτό εκκαθαριστή[50].  Εκκαθαριστής ωστόσο κατά το ίδιο άρθρο μπορεί να διοριστεί από το δικαστήριο και σε δύο ακόμα περιπτώσεις: α) όταν κρίνεται αναγκαία η παρακολούθηση και υποβοήθηση του οφειλέτη για την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών που επιβάλλονται σε αυτόν για την απαλλαγή του[51] και β) όταν κρίνεται πρόσφορο εν γένει για την προστασία των συμφερόντων των πιστωτών.

Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται εμφανής ο κίνδυνος εκποίησης της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, για το λόγο αυτό στο άρθρο 9§2 εδ. 1 ν. 3869/2010 παρέχεται στον οφειλέτη η δυνατότητα να ζητήσει την εξαίρεση της κύριας κατοικίας του[52] από την εκποίηση των περιουσιακών του στοιχείων, υπό τον όρο η εμπορική αξία[53] του ακινήτου να μην υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. Η εξαίρεση της κύριας κατοικίας συνεπάγεται για τον οφειλέτη την υποχρέωση να καταβάλει επιπρόσθετα στους πιστωτές του το 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου[54], με επιτόκιο[55] κατά το άρθρο 9§2 εδ. 5 ν. 3869/2010   «που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας  ή, σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, και χωρίς ανατοκισμό». Εν αντιθέσει με τη ρύθμιση του άρθρου 8§2 ν. 3869/2010, οι πιστωτές που έχουν εμπράγματη ασφάλεια επί του ακινήτου ικανοποιούνται προνομιακά και όχι συμμέτρως με τους εγχειρόγραφους. Η περίοδος των καταβολών για την αποπληρωμή του ως άνω ποσού δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 20 χρόνια, κριτήρια θα αποτελέσουν δε η διάρκεια των συμβάσεων με τις οποίες χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη, η ηλικία και η οικονομική δυνατότητα του οφειλέτη, το ύψος των χρεών[56].  Προς διευκόλυνση του οφειλέτη είθισται τα δικαστήρια να κάνουν χρήση της διάταξης του άρθρου 9§2 εδ. 5 ν. 3869/2010 και να παρέχουν στο οφειλέτη περίοδο χάριτος, συνήθως τετραετή, ως προς την καταβολή των μηνιαίων δόσεων βάσει του άρθρου 9§2 εδ. 3 ν. 3869/2010, ώστε πρώτα αυτός να αποπληρώνει τις δόσεις που επιβάλλονται για μία τετραετία και εν συνεχεία να ξεκινά η καταβολή των δόσεων για τη διάσωση της κύριας κατοικίας[57]. Προς κατανόηση των ανωτέρω παραθέτουμε απόσπασμα της ΕιρΘεσ 5074/2011[58]: «Η αιτούσα είναι 33 ετών άγαμη και τα εισοδήματά της μηνιαίως ανέρχονται στο ποσό των 1160 ευρώ από τα οποία 860 ευρώ προέρχονται από την εργασία της και 300 ευρώ από την μίσθωση του μοναδικού της διαμερίσματος, μιας και η ίδια, προκειμένου να συμπληρώνει το εισόδημά της φιλοξενείται σε οικία φιλικού της προσώπου. Το ποσό που είναι αναγκαίο να δαπανάται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών της αναγκών ανέρχεται σε 750 ευρώ από τα οποία 214,04 ευρώ για ασφαλιστικές εισφορές ΤΕΒΕ. Η αιτούσα είναι κυρία ενός διαμερίσματος, όπως προαναφέρθηκε, που βρίσκεται στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης, σε οικοδομή επί της προέκτασης της…………., έχει εμβαδόν 58,11 τ.μ. με υπόγεια αποθήκη 7,41 τ.μ., το οποίο αποτελεί το μοναδικό ακίνητό της που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία. Η εμπορική αξία του ακινήτου αυτού ανέρχεται σε 80.000 ευρώ κατά το χρόνο της συζήτησης της αιτήσεως. Το φορτηγό αυτοκίνητο, μάρκας ΠΙΑΤΖΙΟ 993 κυβικών, που η αιτούσα χρησιμοποιούσε για τις ανάγκες της εργασίας της, πουλήθηκε έναντι του ποσού των 1230 ευρώ για να καλύψει αγορά υλικού για την άσκηση της εργασίας της. Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, τα περιουσιακά στοιχεία της αιτούσας δεν είναι επαρκή για την ικανοποίηση των πιστωτών της και το δικαστήριο πρέπει να προβεί σε ρύθμιση μηνιαίων καταβολών από τα εισοδήματά της για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών προς μερική εξόφληση των οφειλών της. Αφού ληφθούν υπόψη όλα τα παραπάνω στοιχεία, η κάθε μηνιαία καταβολή πρέπει να οριστεί σε 410 ευρώ, συμμέτρως διανεμόμενο μεταξύ των πιστωτών. Ειδικότερα στην πιστώτρια .................., της οποίας η απαίτηση ανέρχεται σε ποσοστό 84,88% επί του συνόλου των απαιτήσεων η αιτούσα θα είναι υποχρεωμένη να καταβάλει μηνιαίως για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών το ποσό των 348 ευρώ και στην πιστώτρια .............. της οποίας η απαίτηση ανέρχεται σε ποσοστό 15,12% επί του συνόλου των απαιτήσεων η αιτούσα θα είναι υποχρεωμένη να καταβάλει μηνιαίως για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών το ποσό των 62 ευρώ. Το διαμέρισμα που διαθέτει η αιτούσα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία αυτής δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά 50% και αυτό πρέπει να εξαιρεθεί από την εκποίηση, μετά την υποβολή σχετικής πρότασης της αιτούσας. Το συγκεκριμένο ακίνητο αποκτήθηκε με δάνειο που δεν έχει εξοφληθεί ακόμη (σημερινό άληκτο κεφάλαιο 102.526,97 ευρώ) και είναι βεβαρημένο με εμπράγματη ασφάλεια υπέρ της ...................... και συγκεκριμένα με προσημείωση υποθήκης. Το υπόλοιπο των απαιτήσεων της ανωτέρω πιστώτριας (.......................) που είναι ασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια στην κατοικία, μετά τις καταβολές επί 4ετία ανέρχεται σε 85.822,97 ευρώ (102.526,97 - 16.704). Η προνομιακή ικανοποίηση της πιστώτριας αυτής θα γίνει μέχρι το ποσό των 68.000 ευρώ, του 85% δηλαδή της αποδειχθείσας εμπορικής αξίας της κατοικίας της αιτούσας, απαλλασσομένου του υπολοίπου των χρεών της με την τήρηση και αυτής της ρύθμισης, με μηνιαίες καταβολές επί 15 έτη ποσού 377,78 ευρώ που θα αρχίσουν την πρώτη Σεπτεμβρίου του έτους 2015, δηλαδή μετά την παρέλευση τεσσάρων ετών από τη δημοσίευση της παρούσας, καθόσον κρίνεται ότι στην αιτούσα πρέπει να παρασχεθεί περίοδος χάριτος διάρκειας τεσσάρων ετών. Η καταβολή των δόσεων αυτών θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος. Ως προς τις υπόλοιπες παραπάνω απαιτήσεις των πιστωτριών από καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες κατά το μέρος που δεν καλύφθηκαν από τις 4ετείς καταβολές, μετά την εξάντληση του ποσού των 68.000 ευρώ του 85% της κατοικίας για την προνομιακή ικανοποίηση των εμπραγμάτως ασφαλισμένων απαιτήσεων της ................, δεν μπορεί να ικανοποιηθούν και απαλλάσσεται η αιτούσα.»

Θα πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης απορρέουν από τις διατάξεις του ν. 3869/2010 δύο βασικές υποχρεώσεις, οι οποίες συνίστανται ειδικότερα: α) Ο οφειλέτης δυνάμει του άρθρου 8§3ν. 3869/2010 οφείλει να εργάζεται κατά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης της προηγούμενης παραγράφου σε κατάλληλη[59] εργασία ή, αν δεν εργάζεται, να καταβάλει εύλογη προσπάθεια για την εξεύρεση ανάλογης εργασίας. Η προσπάθεια ανεύρεσης εργασίας τεκμαίρεται εφόσον ο οφειλέτης έχει εγγραφεί στο Μητρώο Ανέργων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού ή έχει κάρτα ανεργίας και δεν έχει αποκρούσει αδικαιολόγητα πρόταση από τον Οργανισμό για ανάληψη εργασίας. Και β) Ο οφειλέτης οφείλει σύμφωνα με το άρθρο 10 ν. 3869/2010 να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης του άρθρου 4§1 ν.3869/2010 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών. Εκφάνσεις του καθήκοντος αυτού αποτελούν οι υποχρεώσεις για ακρίβεια των στοιχείων που περιέχονται στις καταστάσεις του άρθρου 4§1 ν. 3869/2010 ή για αλήθεια του περιεχομένου της δήλωσης του άρθρου 4§2 περ. β ν. 3869/2010. Στην νομολογία υποστηρίζεται ότι το καθήκον ειλικρίνειας του οφειλέτη αφορά μόνο τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του ίδιου και όχι του συζύγου του, τα οποία συνιστούν ξένη περιουσία και δεν είναι υπέγγυα στους πιστωτές του[60]. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια, την οποία μπορεί να επικαλεσθεί με αίτηση του οποιοσδήποτε πιστωτής, εφόσον δεν έχει παρέλθει ένα έτος από τότε που την πληροφορήθηκε, συνεπάγεται, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ν. 3869/2010 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί[61]. Η αίτηση[62] αυτή μπορεί να υποβληθεί μέχρι και δύο έτη μετά την επέλευση της απαλλαγής του οφειλέτη από οφειλές του. Πριν από την πάροδο δύο ετών από την απόρριψη, για την αιτία αυτή, αίτησης του οφειλέτη ή την έκπτωση του, είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης. Κατά τη κρατούσα στη θεωρία και νομολογία άποψη για να επέλθουν οι δυσμενείς αυτές κυρώσεις σε βάρος του οφειλέτη θα πρέπει οι ατελείς δηλώσεις του να είναι πρόσφορες να μειώσουν την ικανοποίηση των πιστωτών[63].

 

Δ. Επίλογος

Η αποτελεσματικότητα του ν. 3869/2010 θα κριθεί ως επί το πλείστον μετά το πέρας των πρώτων τετραετών προγραμμάτων ρύθμισης οφειλών που έχουν επιβάλει τα ελληνικά δικαστήρια, οπότε και θα διαπιστωθεί αν πράγματι οι οφειλέτες μετά τη συνεπή τήρηση των προγραμμάτων αυτών απαλλάσσονται από το υπόλοιπο των χρεών τους. Άλλως το συγκεκριμένο νομοθετικό εγχείρημα θα αποδειχθεί ότι δεν είναι παρά ένα πρόσκαιρο μέτρο αντιμετώπισης του φαινομένου υπερχρέωσης που μαστίζει τη σύγχρονη κοινωνία μας.

Αν και έχουν περάσει μόλις δύο έτη εφαρμογής του ν. 3869/2010, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι ο συγκεκριμένος νόμος έχει ορθώς δεχθεί επικρίσεις κυρίως ως προς δύο σημεία:

α. Μολονότι το αρχικό νομοσχέδιο έκανε λόγο για «χρέη που δεν προέρχονται από επαγγελματική δραστηριότητα», εστιάζοντας στο είδος των χρεών και όχι στην ιδιότητα των προσώπων (έμποροι ή μη) που ζητούν να υπαχθούν στη διαδικασία του νόμου, εντούτοις επικράτησε η άποψη περί αποκλεισμού απ’ το πεδίο εφαρμογής του νόμου των προσώπων που φέρουν  την πτωχευτική ικανότητα και ως εκ τούτου είναι έμποροι. Ο αυστηρά προσωποπαγής χαρακτήρας του νόμου οδηγεί ωστόσο σε ανεπιεική αποτελέσματα καθότι στερεί τη δυνατότητα από πρόσωπα που φέρουν την εμπορική ιδιότητα να επωφεληθούν των ευεργετικών διατάξεων του νόμου για καθαρά καταναλωτικής-αστικής φύσεως οφειλές τους, οι οποίες δεν προέρχονται από την άσκηση της εμπορικής τους δραστηριότητας, παρόλο που στις περιπτώσεις αυτές συντρέχουν οι ίδιοι δικαιοπολιτικοί λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του ν. 3869/2010, ήτοι η ανάγκη λύτρωσης του οφειλέτη από το άγος των χρεών του που οδηγεί στην περιθωριοποίησή του από την οικονομική και κοινωνική ζωή. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο αγγλοσαξονικό δίκαιο, όπου ο αντίστοιχος θεσμός της «πτώχευσης» των φυσικών προσώπων έχει εισαχθεί από το 1896, δεν υφίσταται διαφορετική νομική μεταχείριση ανάμεσα σε εμπόρους και μη εμπόρους[64]. Από τα ανωτέρω σε συνδυασμό με το γεγονός η Πτώχευση κατά το ελληνικό δίκαιο παρά το συλλογικό της χαρακτήρα διαφοροποιείται σημαντικά από τη διαδικασία του ν. 3869/2010, καθότι συνιστά διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως που καταλαμβάνει ολόκληρη την περιουσία του οφειλέτη πρακτικά δίχως δυνατότητα απαλλαγής του από τα χρέη, διαφαίνεται η ανάγκη διεύρυνσης του πεδίου εφαρμογής του ν. 3869/2010 σε περιπτώσεις όπως αυτές που προαναφέρθηκαν.

β. Ατελέσφορο και δαπανηρό έχει αποδειχθεί το στάδιο απόπειρας εξωδικαστικού συμβιβασμού του άρθρου 2 ν. 3869/2010 ενόψει της αρνητικής στάσης και αδιαλλαξίας των πιστωτών, κατά κύριο λόγο πιστωτικών ιδρυμάτων, στις συμβιβαστικές απόπειρες των οφειλετών. Τείνει να επικρατήσει στην πράξη το φαινόμενο της μη ανταπόκρισης καν των πιστωτών στις σχετικές αιτήσεις των οφειλετών για εξωδικαστικό συμβιβασμό, με αποτέλεσμα η απόπειρα εξωδικαστικού συμβιβασμού να έχει καταστεί ένα καθαρά τυπικό διαδικαστικό στάδιο, άνευ πρακτικής σημασίας, που εμποδίζει την άμεση και δίχως χρονοτριβές επίτευξη μίας δικαστικής ρύθμισης των χρεών του οφειλέτη ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων. Δεικτικό των ανωτέρω αποτελεί το γεγονός ότι το Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, κατόπιν έντονης διαβούλευσης με τις τράπεζες, τα προεδρεία των Ειρηνοδικείων και τους εκπροσώπους των καταναλωτικών ενώσεων και των φορέων διαμεσολάβησης ρύθμισης χρεών, εξετάζει το ενδεχόμενο κατάθεσης τροπολογίας του ν. 3869/2010 που κατευθύνεται προς την άρση του υποχρεωτικού χαρακτήρα της απόπειρας εξωδικαστικού συμβιβασμού για την κατάθεση εκ μέρους του οφειλέτη της αίτησης του άρθρου 4 ν. 3869/2010 για τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του.

 

 

                                                                                                                                                                   

 

 



[1] Όπως αυτός έχει τροποποιηθεί από τους ν. 3996/2011 (ΦΕΚ Α΄170/5-8-2011) και ν. 4019/2011 (ΦΕΚ Α΄216/30-9-2011). Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν τη θέσπιση του εν λόγω νόμου ο έλληνας νομοθέτης είχε προσπαθήσει να αμβλύνει τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί από την υπερδανειοδότηση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων με νομοθετήματα που ρύθμιζαν: α) την κεφαλαιοποίηση των τόκων με το άρθρο 39 ν. 3259/2004 (ΦΕΚ Α΄149/4-8-2004), όπως αυτό έχει τροποποιηθεί,  β) την απαγόρευση πλειστηριασμού της κύριας κατοικίας για ορισμένες οφειλές με το άρθρο 14§11 ν. 2251/1994 (ΦΕΚ Α΄191/16-11-1994), όπως έχει και αυτό τροποποιηθεί, και γ) τη νομοθετική αναστολή των πλειστηριασμών ακινήτων από τα πιστωτικά ιδρύματα, άρθρο 5 της από 16-9-2009 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α΄181/16-9-2009), όπως αυτή έχει τροποποιηθεί. Βλ. Σιβιτανίδη, Ερμηνευτικά ζητήματα αναφορικά με το ν. 3869/2010, ΝοΒ 2011, 656.

[2] Αντίστοιχα νομοθετήματα απαντώνται και σε άλλα κράτη όπως τη Γερμανία, την Αγγλία και τις Η.Π.Α. Αναλυτικότερα για τις σχετικές ρυθμίσεις στα δίκαια των προαναφερθέντων χωρών βλ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις, 2010, 31 επ. Ρούσσου, Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα - Δομή και λειτουργία ν. 3869/2010,  ΕφΑΔ2010, 1294.

[3]Βενιέρης/Κατσάς, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 2011, 13. Σταθόπουλος, Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων (Ν. 3869/2010), ΧρηΔικ 2011, 181.

[4] Βλ. Αιτιολογική Έκθεση του ν. 3869/2010.

[5] ΕιρΚαλ 1/2012, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΘεσ 5105/2011, ΝΟΜΟΣ. Ειρ.Χαν 309/2011, ΝΟΜΟΣ.

[6]Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, Η απόφαση διευθέτησης οφειλών κατά το ν. 3869/2010, Αρμ. 2010, 1475.

[7]Παπαρσενίου, Η υπερχρέωση των ιδιωτών κατά το ν. 3869/2010, ΕφΑΔ 2011, 921. Έμπορος κατά τη νομολογία θεωρείται και ο εγγυητής όταν η εγγύηση παρέχεται  για κερδοσκοπία με αμοιβή ή άλλη χρηματική ωφέλεια, ή αυτός που την παρέχει έχει οικονομικό συμφέρον από την υπόθεση για την οποία δόθηκε, η πράξη δε αυτή είναι εμπορική και μάλιστα ανεξάρτητα από τον εμπορικό χαρακτήρα της κύριας οφειλής ή της εμπορικής ιδιότητας του εγγυητή. Είναι δηλαδή πράξη αντικειμενικά εμπορική, διότι περιέχει διαμεσολάβηση στην παροχή πίστης για την ανάληψη κινδύνου και κερδοσκοπία, στοιχεία, που αποτελούν αντικειμενικά γνωρίσματα χαρακτηρισμού της πράξεως ως εμπορικής κατά το άρθρο 2 του β.β/τος 2/14-5-1835 «περί της αρμοδιότητος των εμποροδικείων». Επομένως τέτοιες παροχές  εγγυήσεων, εφόσον γίνονται κατά σύνηθες επάγγελμα με σκοπό βιοπορισμού, αποτελούν αντικειμενικά εμπορικές πράξεις, που προσδίδουν στον παρέχοντα αυτές την ιδιότητα του εμπόρου κατά το άρθρο 1 του ΕμπΝ. Βλ. ΟλΑΠ 1513/1980, ΝΟΜΟΣ . ΑΠ 1692/1998, ΕλλΔνη 1999, 101.ΕιρΑθ 54/2011, ΝΟΜΟΣ.

[8]Βενιέρης/Κατσάς, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 44.

[9]Βενιέρης/Κατσάς, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 38.  Η ύπαρξη ή μη της εμπορικής ιδιότητας του αιτούντος θα κριθεί κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης του άρθρου 4§1 ν. 3869/2010. Βλ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις, 39. Ομοίως ΕιρΚορ 7/2012, ΝΟΜΟΣ.. ΕιρΑθ  17/2011, ΝοΒ 2011, 2335. ΕιρΘεσ 5106/2011, ΝΟΜΟΣ. Υποστηρίζεται όμως ότι η εμπορική ιδιότητα πρέπει να υφίσταται τόσο κατά την κατάθεση της αίτησης του άρθρου 4§1 ν. 3869/2010 όσο και κατά το χρόνο που επήλθε η αδυναμία πληρωμών. Βλ. Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, Αρμ 2010, 1476. ΕιρΘεσ 5106/2011,ΝΟΜΟΣ.

[10]Ρούσσου, ΕφΑΔ 2010, 1289. ΕιρΚορ 67/2012, ΝΟΜΟΣ.

[11]Χριστοδούλου, Η ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων σύμφωνα με το ν. 3869/2010-Ερμηνευτική Προσέγγιση, ΔΕΕ 2011, 297. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων νομικών προσώπων, 42. Βενιέρης/Κατσάς, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 64, κατά τον οποίο εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 1§1 ν. 3869/2010 για κάποιες από τις απαιτήσεις του οφειλέτη, ο τελευταίος μπορεί εν συνεχεία να αξιώσει την προστασία για όλα τα χρέη του προς όλους τους πιστωτές του. Βλ. ΕιρΘεσ 5074/2011, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΘεσ 5106/2011,ΝΟΜΟΣ.

[12]Παπαρσενίου, ΕφΑΔ 2011, 916.

[13] ΕιρΑθ 115/2011, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΚαλ 1/2012, ΝΟΜΟΣ. Ειρ.Χαν 309/2011, ΝΟΜΟΣ. Έχει κριθεί επίσης ότι το στοιχείο της δολιότητας δεν συντρέχει όταν ο οφειλέτης έκανε απλώς χρήση αναχρηματοδοτήσεων και ανακυκλούμενης πίστωσης για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο εκείνου που του επέτρεπε το εισόδημά του. Βλ. ΕιρΠειρ 60/2011, Αδημ. Ειρ Αθ 15/2011, ΕφΑΔ 2011, 677.

[14]Χριστοδούλου, ΔΕΕ 2011, 296. Μακρής, Κατ’ άρθρο ερμηνεία του ν. 3869/2010 (ΦΕΚ Α΄130/3-8-2010), 2011, 37.

[15]Παπαρσενίου, ΕφΑΔ 2011, 916. Βενιέρης/Κατσάς, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 78.

[16] Θα πρέπει να διαπιστωθεί από το περιεχόμενο και τη διατύπωση των όρων της σύμβασης αν πρόκειται για διακανονισμό, μεταφορά δανείου, αναχρηματοδότηση,  ομαδοποίηση πολλών δανείων σε ένα ή ανανέωση της παλαιάς οφειλής με την ανάληψη νέας που στερεί από τον οφειλέτη τη δυνατότητα να καταφύγει στη ρύθμιση του ν. 3869/2010. Βενιέρης/Κατσάς, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 80.

[17]Η εξαίρεση των υπό εξέταση οφειλών υπηρετεί περισσότερο λόγους δημοσίου συμφέροντος. Σιβιτανίδης, ΝοΒ 2011, 658.

[18]Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, Αρμ. 2010, 1482.

 

[19] ΕιρΑθ 15/2011, ΝοΒ 2011, 1241. ΕιρΑθ 48/2011, ΝοΒ 2011, 1546. ΕιρΠατ 4/2011, ΝΟΜΟΣ. Βλ. όμως και ΕιρΑθ 102/2012, Αδημ. ΕιρΚαλ 1/2012, ΝΟΜΟΣ. Πάντως η λειτουργία του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου υπό μορφή ανώνυμης εταιρίας και η πλήρης υπαγωγή του στις διατάξεις της κοινής τραπεζικής νομοθεσίας (Ν. 3601/2007, μεταφορά της οδηγία 2006/48/ΕΚ) –σε αντίθεση με το ΤΠΔ– καθιστά τουλάχιστον αμφίβολη την παραπάνω νομολογιακή θέση.

[20]Χριστοδούλου, ΔΕΕ 2011, 294.

[21]Βενιέρης/Κατσάς, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 95 επ.

[22] Ο έλεγχος του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ κατά την §6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 συντελείται με βάση το θεμελιώδες αξιολογικό κριτήριο της σημαντικής διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή. Πρόκειται κατά γενική ομολογία για μία εξειδίκευση της γενικής αρχής της καλής πίστης (281, 288 ΑΚ), η οποία προσανατολίζεται εν προκειμένω προς την απαγόρευση κατάχρησης του θεσμού της συμβατικής ελευθερίας. Βλ. ΟλΑΠ 15/2007, ΔΕΕ 2007, 828. ΑΠ 652/2010, ΔΕΕ 2010, 943. ΑΠ 1495/2006, ΔΕΕ 2006, 1307. ΑΠ 11/2006, ΔΕΕ 2006, 304. ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460. ΑΠ 296/2001, ΔΕΕ 2001, 1112. ΑΠ 1219/2001, ΔΕΕ 2001, 1128. ΕφΑθ 5253/2003, ΔΕΕ 2004, 797. ΜονΠρΘεσ 7959/2009, ΕφΑΔ 2010, 1091  Βλ. από θεωρία ενδεικτικά  Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές, 2002, §33, αρ. 29. Δέλλιο, Η προστασία του καταναλωτή στις τραπεζικές συναλλαγές, ΝοΒ 1992, 812 επ.∙ τον ίδιο, Τομές της σύγχρονης αεροπαγίτικης νομολογίας στα ζητήματα ελέγχου των γενικών όρων καταναλωτικών συμβάσεων, ΕλλΔ 2001, 1512∙ Δωρή, Η εξειδίκευση της καλής πίστης στο άρθρο 2 ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών και η σημασία της στο κοινό αστικό δίκαιο, ΝοΒ 2000, 737 επ. Καλαμπόκα-Γιαννοπούλου, Η προστασία του καταναλωτή στην παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ΔΕΕ 2000,17∙ Μεντή, Γενικοί όροι τραπεζικών καταναλωτικών συμβάσεων, ΧρΙΔ 2001, 560. Μπεχλιβάνη, παρατηρήσεις στην ΟλΑΠ 6/2006, ΕπισκΕΔ 2006, 95∙ Παπανικολάου, Σύνταγμα και αυτοτέλεια του Αστικού δικαίου, 2006, 67, σημ.195.

[23] Η διάταξη του άρθρου 2§4 ν.3869/2010 είναι ειδικότερη από αυτή του άρθρου 42§7 του  ν. 2912/2001 που ορίζει ότι «Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να χορηγούν άμεσα, δίχως χρονοτριβές, στον αιτούντα οφειλέτη αντίγραφα των δανειστικών συμβάσεων και κατάσταση με ανάλυση του ύψους της οφειλής, καθώς και αντίγραφα των υφιστάμενων καρτελών και παραστατικών. Σε περίπτωση δε παράβασης της παραπάνω υποχρέωσης, με απόφαση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, επιβάλλεται σε βάρος των πιστωτικών ιδρυμάτων πρόστιμο από ένα εκατομμύριο (1.000.000) έως πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές για κάθε παράβαση. Το ποσό του προστίμου αυτού αποτελεί δημόσιο έσοδο και εισπράττεται σύμφωνα με τον Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» και η οποία εν προκειμένω δεν εφαρμόζεται.

                    [24] Σε περίπτωση μη επικύρωσης  του συμβιβασμού από το δικαστήριο έχει κριθεί από τη νομολογία  ότι ο γενόμενος συμβιβασμός χωρίς τις διατυπώσεις του άρθρου 293 ΚΠολΔ δεν καταργεί τη δίκη, μπορεί όμως να θεμελιώσει ένσταση ανατρεπτική και να εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα ή να κριθεί ότι δεν υφίσταται αντικείμενο της δίκης. Βλ. ΑΠ 1540/2003, ΕλλΔνη 2005, 1710.

[25] ΕιρΚαλ 1/2012, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΚορ 67/2012,ΝΟΜΟΣ. ΕιρΧαν 309/2011, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΗρ 590/2011, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΘεσ 5029/2011, ΝΟΜΟΣ

[26] Η απόπειρα εξωδικαστικού συμβιβασμού και η κατάθεση της σχετικής βεβαίωσης αποτυχίας αυτού αποτελούν προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης του άρθρου 4§1 ν. 3869/2010, οι οποίες για το λόγο αυτό διερευνώνται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Παπαρσενίου, ΕφΑΔ 2011, 917. Ομοίως ΕιρΚαλ 1/2012, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΗρ 566/2011, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΠατ 2/2011, ΝοΒ 2011, 1550. ΕιρΑθ16/2011, ΝΟΜΟΣ.

[27] Η κατάθεση της αίτησης δεν επιφέρει την αναστολή των ατομικών διωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 6§1 εδ.α΄ν.3869/2010. Υφίσταται ωστόσο η δυνατότητα κατά τη συγκεκριμένη διάταξη με αίτηση του οφειλέτη ή οποιουδήποτε άλλου δικαιολογεί έννομο συμφέρον, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να ζητηθεί η αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως (επί της αιτήσεως του άρθρου 4 ν.3869/2010) υπό τους όρους που προβλέπονται ειδικότερα στο εδάφιο αυτό. Η συγκεκριμένη νομοθετική πρόβλεψη είναι ειδικότερη των άρθρων 682 επ. ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά, αποσκοπεί δε στο να παραμείνει αμετάβλητη η περιουσία του οφειλέτη ώστε αυτή να χρησιμεύσει ως σταθερή βάση για τη ρύθμιση των οφειλών του οφειλέτη και την απαλλαγή του από τα χρέη.  Αναλυτικά Βενιέρης/Κατσάς, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 165 επ. Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων νομικών προσώπων, 89 επ. Πάντως η εφαρμογή της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων θα πρέπει να κατακριθεί ως τουλάχιστον άστοχη, καθώς ο ΚΠολΔ εξασφαλίζει πλήρως την παροχή προσωρινής προστασίας σε υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας με τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινής διαταγής (άρθρο 781 ΚΠολΔ), διαδικασία που και τα συμφέροντα των εμπλεκόμενων μερών προασπίζει και μεγαλύτερη ταχύτητα και ευελιξία παρέχει.

[28] Την αίτηση δεν επιτρέπεται να καταθέσει πιστωτής του οφειλέτη, σε μία τέτοια δε περίπτωση η αίτηση θα απορριφθεί λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης. Βλ. Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, Αρμ. 2010, 1476.

[29] ΕιρΘεσ 5029/2011, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΑθ 15/2011, ΝΟΜΟΣ. Ειρ Αθ 68,2011, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΗρ 566/2011, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΠειρ 92/2011, Αδημ.

[30] ΕιρΠειρ 84/2011, Αδημ. Η ίδια άποψη υποστηρίζεται και σε επίπεδο θεωρίας από Κρητικό, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 131. Μακρή, Κατ’ άρθρο ερμηνεία του ν. 3869/2010 (ΦΕΚ Α΄130/3-8-2010). Βλ. όμως και Βενιέρη/Κατσά, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 107 και 129. Σταθόπουλο, ΧρηΔικ 2011, 186 επ., κατά τους οποίους τόσο κατά το στάδιο του εξωδικαστικού συμβιβασμού όσο και κατά την υποβολή της αίτησης του άρθρου 4 ν. 3869/2010 οφείλει να στραφεί στο σύνολο των πιστωτών του λόγω αφενός της αρχής της ίσης μεταχείρισης των πιστωτών που ισχύει και στην προκειμένη περίπτωση μέσω του άρθρου 15 ν.3869/2010 και αφετέρου λόγω του συλλογικού χαρακτήρα της διαδικασίας που είναι αντίστοιχη με αυτή του Πτωχευτικού Κώδικα.

[31] ΕιρΚομ 5/2011, ΝΟΜΟΣ.

[32] Η απαγορευτική προθεσμία δεν ισχύει στην περίπτωση που η αίτηση του οφειλέτη απορρίπτεται για τυπικούς λόγους. Βλ. Βενιέρη/Κατσά, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 254.

[33]Βενιέρης/Κατσάς, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 255.

[34] Για τη συνταγματικότητα της συγκεκριμένης διάταξης ενόψει των άρθρων 17 Σ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ βλ. αναλυτικά Σταθόπουλο, ΧρηΔικ 2011, 183.

[35] Ενόψει του γεγονότος ότι ανάμεσα στους συμμετέχοντες στη δίκη πιστωτές υφίσταται αναγκαστικά παθητική ομοδικία κατά το άρθρο 76§1 περ. β΄ ΚΠολΔ. Βλ. ΕιρΧαν 309/2011, ΝΟΜΟΣ.

[36] Ουσιαστικά πρόκειται για άφεση χρέους, η απόφαση που εκδίδεται δε βάσει του άρθρου 11§1 ν. 3869/2010 έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα. Βλ. Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις, 169. Παπαρσενίου, ΕφΑΔ 2011, 923.

[37]Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις, 179.

[38]Χριστοδούλου, ΔΕΕ 2011, 302.

[39] Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει αν μετά την υποβολή της αίτησης χώρισε δικαστικός συμβιβασμός με βάση τις διατάξεις του άρθρου 7§§2,3 ν. 3869/2010, καθότι σε αυτές τις περιπτώσεις η αίτηση που έχει ήδη υποβάλει ο οφειλέτης ανακαλείται αυτοδικαίως. Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, Αρμ. 2010, 1481. Βλ. ΕιρΑθ 69/2011, ΝΟΜΟΣ.

[40]Δέλλιος, Η εξαίρεση της κύριας ή της μοναδικής κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση της περιουσίας του κατά το άρθρο 9 παρ.2 του ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ΧρηΔικ 2010, 296.

[41]Χριστοδούλου, ΔΕΕ 2011, 301. Κρίσιμο είναι ιδίως το ποσό που απομένει από το σύνολο των εισοδημάτων του οφειλέτη  μετά την αφαίρεση των εξόδων διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένεια του. Σιβιτανίδης, ΝοΒ 2011, 658. Η μη αναφορά στην αίτηση των δαπανών διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του δεν συνεπάγεται την αοριστία της αίτησης, καθώς στο άρθρο 4  ν. 3869/2010 δεν προβλέπεται σχετική υποχρέωση αλλά απλώς παράθεση των περιουσιακών του στοιχείων και των εισοδημάτων του ιδίου και της συζύγου το, ενόψει και του ότι η τυχόν παράθεση από τον οφειλέτη οποιουδήποτε ποσού για την κάλυψη της  μίας ή της άλλης βιοτικής ανάγκης θα είχε τον χαρακτήρα της αβεβαιότητας αφού δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν με ακρίβεια οι ανθρώπινες ανάγκες λόγω και των απρόβλεπτων περιστάσεων. Τελικώς τα έξοδα διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του θα  εκτιμηθούν από το δικαστήριο με βάση τα προσκομιζόμενα στοιχεία και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Βλ. ΕιρΚαλ 1/2012, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΗρ 590/2011, ΝΟΜΟΣ.

[42] Εν προκειμένω θεσπίζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης των πιστωτών. Βλ. αναλυτικά Βενιέρης/Κατσάς, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 241. Παπαρσενίου, ΕφΑΔ 2011, 921.

[43] Υφίσταται δυνατότητα επανεξέτασης του ύψους των καταβολών με νέα δικάσιμο που θα προσδιορίζεται από το ίδιο το δικαστήριο που διαπιστώνει την ανάγκη εφαρμογής του άρθρου 8 §5 ν. 3869/2010 σε χρονικό διάστημα πάντως όχι μικρότερο των πέντε μηνών.

[44] Αναλυτικά βλ. Βενιέρη/Κατσά, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 246 επ. Παπαρσενίου, ΕφΑΔ 2011, 921. Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, Αρμ. 2010, 1488.

[45] Στη ρευστοποιήσιμη περιουσία του οφειλέτη συγκαταλέγεται η «πτωχευτική» περιουσία, ήτοι αυτή που διαθέτει ο οφειλέτης μέχρι την έκδοση της απόφασης του αρ. 8§1 ν. 3869/2010, από την οποία εξαιρούνται τα ακατάσχετα περιουσιακά στοιχεία κατά την έννοια του άρθρου 953 §§3,4. Βλ. αναλυτικά Βενιέρη/Κατσά, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 263

[46] Δεν απαιτείται συνεπώς υποβολή σχετικού αιτήματος από τους πιστωτές.

[47]Ρούσσου, ΕφΑΔ 2010, 1293. Έχει μάλιστα κριθεί από τη νομολογία ότι για να διαταχθεί η εκποίηση θα πρέπει να προκύπτει «προσδοκία απολήψεως ανάλογου ανταλλάγματος» ώστε να συνάγεται ότι μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί το περιουσιακό στοιχείο. Βλ. ΕιρΧαν 303/2011, Αδημ. Στην πράξη είναι σύνηθες φαινόμενο να υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία, η ρευστοποίηση των οποίων όμως κρίνεται δύσκολη ή άσκοπη λόγω παλαιότητας, τοποθεσίας σε περίπτωση που πρόκειται για ακίνητο, μικρής αγοραστικής αξίας κ.ο.κ. Βλ. ΕιρΧαν 259/2011, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΠατ 2/2011, ΧρηΔικ 2011, 272.

[48] Διαπιστώνουμε ότι με τη συγκεκριμένη ρύθμιση επιτυγχάνεται ένα δεύτερο, ξεχωριστό, εφάπαξ εισπρακτικό αποτέλεσμα υπέρ των πιστωτών πέραν του τετραετούς προγράμματος πληρωμών που προέρχονται από το εισόδημα του οφειλέτη. Βλ. Δέλλιο, ΧρηΔικ 2010, 297.

[49] Για την εκποίηση των κινητών εφαρμόζεται το άρθρο 77§3 του ΠτΚ, ενώ για τα ακίνητα το άρθρο 148 του ΠτΚ, ενόψει και του άρθρου 15 ν. 3869/2010 με βάση το οποίο «Για τη ρύθμιση και απαλλαγή χρεών φυσικών προσώπων εφαρμόζονται, όπου επιβάλλεται, με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων του παρόντος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα».

[50] Το πρόσωπο του εκκαθαριστή επιλέγεται από τον κατάλογο πραγματογνωμόνων του άρθρου 371 ΚΠολΔ ή κατόπιν υπόδειξης των πιστωτών ,ποτέ όμως του οφειλέτη. Πιστωτής δεν μπορεί να είναι εκκαθαριστής. Βλ. Βενιέρη/Κατσά, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 280. Ρούσσου, ΕφΑΔ 2010, 1293. ΕιρΘεσ 5104/2011, ΝΟΜΟΣ.

[51] Εν προκειμένω ο εκκαθαριστής θα αναλάβει τη διαχείριση της περιουσίας του οφειλέτη με σκοπό την ικανοποίηση των πιστωτών σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που περιλαμβάνονται στο διατακτικό της απόφασης. Βενιέρης/Κατσά, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 246 επ.

[52] Ο οφειλέτης δεν απαιτείται να έχει πλήρη κυριότητα, αρκεί να έχει επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή ιδανικού μερίδιο επί του ακινήτου κατά το άρθρο 9§2 εδ. 11  ν. 3869/2010. Εάν πάλι ο οφειλέτης δεν κατοικεί ή διαμένει σε ακίνητο ιδιοκτησίας και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, τότε οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δύναται κατόπιν σχετικού αιτήματος του οφειλέτη να εφαρμοστούν και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία βάσει του άρθρου 9§2 εδ. 10 ν. 3869/2010. ΕιρΘεσ 5104/2011, ΝΟΜΟΣ.              Βλ. αναλυτικά  Δέλλιο, ΧρηΔικ 2010, 299.

[53] Η απόδειξή της μπορεί να γίνει με κάθε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο όπως μάρτυρες και έγγραφα λ.χ. κατάθεση ή ένορκη βεβαίωση μεσίτη, φύλλο υπολογισμού της αξίας του ακινήτου από Συμβολαιογράφο. Βλ. ΕιρΙω 8/2011, Αδημ. Η εύνοια προς τον οφειλέτη περιορίζεται εδώ στη μεταχείρισή του σαν αυτός να είχε πάρει δάνειο υπό ευνοϊκούς (όχι συνήθεις) όρους ως προς τις δόσεις και τη διάρκεια του χρόνου αποπληρωμής του.

[54] Αν βέβαια το ύψος των χρεών του οφειλέτη είναι μικρότερο του ποσοστού 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, τότε θα κληθεί να καταβάλλει το ύψος των χρεών του. Βλ. Βενιέρη/Κατσά, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 301.

[55] Εν αντιθέσει με τις περιπτώσεις των άρθρων 8§2 και 9§1 ν.3869/2010. Η εύνοια προς τον οφειλέτη περιορίζεται εδώ στη μεταχείρισή του σαν αυτός να είχε πάρει δάνειο υπό ευνοϊκούς (όχι συνήθεις) όρους ως προς τις δόσεις και τη διάρκεια του χρόνου αποπληρωμής. Βλ. Δέλλιο, ΧρηΔικ 2010, 296.

[56]Βενιέρης/Κατσά, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 302. Παπαρσενίου, ΕφΑΔ 2011, 922.

[57] ΕιρΠατ 16/2012, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΠαμ 1/2012, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΠατ 2/2011, ΝοΒ, 2011, 1550. ΕιρΚομ 6/2011, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΑθ 15/2011, ΕφΑΔ 2011, 677.

[58] ΝΟΜΟΣ.

[59] Η καταλληλότητα θα κριθεί με βάση την εκπαίδευση του οφειλέτη, το φύλο του, την προϋπηρεσία του, την ηλικία του, την υγεία του και εν γένει τη σωματική και νοητική του κατάσταση. Βλ. Βενιέρη/Κατσά, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 244. Κατά την Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, Αρμ. 2010, 1476, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι αντικειμενικές συνθήκες αγοράς εργασίας και η δυσμενής οικονομική θέση στην οποία έχει περιέλθει. Ο Έλληνας νομοθέτης κάνοντας χρήση του όρου «κατάλληλη» δεν είχε υπόψη του την καλύτερη δυνατή θέση εργασίας που θα μπορούσε να επιτύχει ο οφειλέτης αν είχε δυνατότητα να περιμένει μεγάλο χρονικό διάστημα ή ωσότου βελτιωθούν οι συνθήκες που καθορίζουν την προσφορά εργασίας.

[60] ΕιρΠατ 2/2011, ΝοΒ 2011, 1550. ΕιρΧαν 309/2011, ΝΟΜΟΣ κατά τις οποίες «Μόνο τα εισοδήματα της συζύγου του υποχρεούται να περιλάβει ο αιτών στην κατάσταση του άρθρου 4 παράγραφος 1 του Ν. 3869/2010, τα οποία ενδιαφέρουν, προκειμένου να καθοριστεί η συνεισφορά της στις οικογενειακές δαπάνες, στα πλαίσια της υποχρέωσης της που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 1389 ΑΚ και 1390 του ΑΚ». Βλ. όμως και Κρητικό, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων νομικών προσώπων, 155.

[61] Πάντως μικρές διαφοροποιήσεις δεν συνιστούν παράβαση του καθήκοντος ειλικρίνειας, όπως επίσης και μικρές διαφοροποιήσεις της περιουσιακής ή εισοδηματικής κατάστασης δεν δημιουργούν υποχρέωση του οφειλέτη να ενημερώσει σχετικά το φάκελό του. Βλ. Μακρή, Κατ’ άρθρο ερμηνεία του ν. 3869/2010 (ΦΕΚ Α΄130/3-8-2010), 181.

[62] Αν η αίτηση του άρθρου 4§1 ν.3869/2010 δεν έχει εκδικαστεί ακόμη, ο ισχυρισμός περί παράβασης του καθήκοντος ειλικρίνειας θα προταθεί από τους πιστωτές υπό τη μορφή ενστάσεως. Βλ. Μακρή, Κατ’ άρθρο ερμηνεία του ν. 3869/2010 (ΦΕΚ Α΄130/3-8-2010), 181.

[63]Κρητικός, Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων νομικών προσώπων, 157. ΕιρΚαλ 1/2012, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΘεσ 5105/2011, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΠατ 2/2011, ΝΟΜΟΣ.

[64]Παπαρσενίου, ΕφΑΔ 2011, 916. Ρούσσου, ΕφΑΔ 2010, 1294.

 

Αρχική ΝΟΜΙΚΗ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΑΡΘΡA ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ Ν. 3869/2010 (ΦΕΚ Α΄130/3-8-2010) ΓΙΑ ΤΑ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ