ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 863/2008

 

…Ο ενάγων εκθέτει στην υπό κρίση αγωγή του ότι συνήψε με την εναγόμενη την αναφερόμενη σ` αυτήν σύμβαση στεγαστικού δανείου. Οτι οι όροι της σύμβασης, του προσαρτήματος αυτής και της πρόσθετης πράξης τροποποίησης της, με τους οποίους ορίστηκε ότι το επιτόκιο θα είναι μεταβαλλόμενο κατά τα ειδικότερα οριζόμενα, δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τον ίδιο, αλλά ήταν εκ των προτέρων προδιατυπωμένος για απροσδιόριστο αριθμό πελατών της και είναι καταχρηστικοί. Οτι μολονότι το επιτόκιο ήταν κυμαινόμενο και είχε ως επιτόκιο αναφοράς αρχικά το Euro και ακολούθως το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας η εναγόμενη προέβαινε σε μικρές μειώσεις του επιτοκίου, παρά το γεγονός ότι υπήρξαν συνεχείς και μεγαλύτερες μειώσεις των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ότι με τον τρόπο αυτό η εναγόμενη τον χρέωσε με τόκους υψηλότερους κατά 2.225,22 ευρώ από αυτούς που όφειλε, αν γινόταν νόμιμος υπολογισμός τους, ποσόν το οποίο και κατέβαλε. Οτι η εναγόμενη έγινε έτσι αδικαιολόγητα πλουσιότερη κατά το ποσόν αυτό. Ζητά δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το παραπάνω ποσόν των 2.225,22 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και τέλος να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική του δαπάνη. Η αγωγή παραδεκτά εισάγεται να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρο 14 παργρ. 1α και 22 του ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 2 παργ. 6 και 7 περ. Γ`του ν. 2251/1994, 281, 288, 293, 806, 345, 346 ΑΚ και 176, 907, 908 του ΚΠολΔ.

Πρέπει επομένως να εξεταστεί περαιτέρω κατ` ουσίαν, αφού για το παραδεκτό της συζήτησης της καταβλήθηκε το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τα υπέρ τρίτων ποσοστά (Βλ. το υπ` αρ. 073213 αγωγόσημο).

Από την κατάθεση της μάρτυρας του ενάγοντος τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και την εν γένει διαδικασία αποδείχθηκαν τα παρακάτω: Ο ενάγων συνήψε με την εναγόμενη στην Αθήνα την με αριθμό 30778/22-3-2001 σύμβαση στεγαστικού δανείου, με την οποία η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να του χορηγήσει στεγαστικό δάνειο ύψους 73.367,57 ευρώ. Σύμφωνα με το άρθρο 6 της σύμβασης «Το χορηγούμενο δάνειο συμφωνείται έντοκο σύμφωνα με τα ειδικώς οριζόμενα στο προσάρτημα Ι της παρούσας».

Σύμφωνα δε με τον όρο 2 του προσαρτήματος «Το κατά το άρθρο 6 της άνω σύμβασης στεγαστικού Δανείου επιτόκιο είναι κυμαινόμενο και καθορίζεται ως εξής: α)Για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία εκταμίευσης του Δανείου μέχρι το τέλος του μήνα εκταμίευσης αυτού και για τον επόμενο μήνα, το επιτόκιο καθορίζεται σε 6,30%. β) Μετά τη λήξη τηςπροηγούμενης υπό 2α περιόδου και για κάθε εφεξής μήνα, το επιτόκιο θα αναπροσαρμόζεται και θα ισούται με το εκάστοτε Βασικό Στεγαστικό Επιτόκιο σε Euro όπως αυτό ισχύει την τελευταία ημέρα του κάθε προηγούμενου μήνα προσυξημένο κατά μισή (0.50%) ποσοστιαία μονάδα, και εν συνεχεία μειωμένο ως εξής: βα) Για το πρώτο (1ο) εξάμηνο, μείον μία και τριάντα (-1,3%) ποσοστιαία μονάδα. 3) Η Τράπεζα μεταβάλει το βασικό στεγαστικό επιτόκιο σε Euro λαμβάνοντας υπ` όψη τις συνθήκες της αγοράς, γνωστοποιεί δε το εκάστοτε νέο επιτόκιο με ανακοίνωση της που δημοσιεύεται στον τύπο ή με άλλο τυχόν επιβαλλόμενο από το νόμο τρόπο. Κάθε μεταβολή του βασικού στεγαστικού επιτοκίου σε Euro ισχύει από την πρώτη ημέρα του επόμενου της γνωστοποίησης μήνα και εάν μέχρι την ημέρα αυτή υπάρξουν περισσότερες μεταβολές, ισχύει η τελευταία γνωστοποιηθείσα». Το ποσόν του παραπάνω δανείου εκταμιεύτηκε από τον ενάγοντα, ο οποίος έδωσε εντολή στην εναγόμενη να εκταμιεύει την 1η ημέρα κάθε μήνα από τον λογαριασμό του με αριθμό 066 000 002537 622 01 13 που διατηρούσε σ` αυτήν το ποσόν της τοκοχρεολυτικής δόσης του δανείου. Τον Αύγουστο του 2005 ο ενάγων προεξόφλησε μέρος του κεφαλαίου στην εναγόμενη (10.000) ευρώ και με την από 3-10-2005 πρόσθετη πράξη τροποποίησης της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι το ανεξόφλητο κεφάλαιο την ημέρα εκείνη ανερχόταν στο ποσόν των 37.027,73 ευρώ, το οποίο θα αποπλήρωνε σε 49 δόσεις αρχής γενομένης από την 1-11-2005. Με την από 9-3-2006 δε πρόσθετη πράξη τροποποίησης της σύμβασης συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι από την 1-4-2006 κι έπειτα το επιτόκιο του δανείου θα είναι μεταβλητό και θα έχει ως επιτόκιο αναφοράς το Βασικό Επιτόκιο για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όπως αυτό ισχύει από την τελευταία ημέρα κάθε προηγούμενου μήνα προσαυξημένο κατά 1,70 ποσοστιαίες μονάδες. Οι παραπάνω περί καθορισμού των επιτοκίων όροι της σύμβασης είναι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παργ. 7 περ. ια του ν. 2251/1994 καταχρηστικοί, διότι εμφανίζουν αοριστία, αφού επιτρέπουν στην προμηθεύτρια κατά την έννοια του νόμου τράπεζα να προσδιορίζει οποτεδήποτε συμβατικό τόκο χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστά στον καταναλωτή πελάτη κριτήρια ειδικά και εύλογα, πράγμα που οδηγεί στη διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών του πελάτη ως προς την εξέλιξη της συναλλακτικής σχέσεως με την τράπεζα. Παραβιάζεται έτσι από την τράπεζα η βαρύνουσα αυτήν υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας του σχετικού Γενικού Όρου Συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.) χωρίς να έχει σημασία ούτε και εξετάζεται αν η πρακτική εφαρμογή του όρου αυτού από τη συγκεκριμένη (εναγόμενη) τράπεζα έχει οδηγήσει πράγματι σε ανεπιεική για τους καταναλωτές επιτόκια (ΑΠ 1219/2001 ΔΕΕ 2001, 1128, ΕΕΜΠΔ 2001, 529, ΠΠρΑΘ 6774/2003 αδημ., ΠΠρΑΘ 3425/2007 αδημ.).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ενώ είχε συμφωνηθεί κατά τα παραπάνω κυμαινόμενο επιτόκιο από τον Ιούνιο του 2001 και έπειτα, καθ` όλο το επόμενο χρονικό διάστημα, η εναγόμενη προέβη σε μια μικρή μείωση του επιτοκίου, παρά το γεγονός ότι ήδη από τους πρώτους μήνες της σύμβασης ακολούθησαν συνεχείς μειώσεις των Επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και εν γένει των διατραπεζικών επιτοκίων για το ευρώ. Έτσι: α) ενώ το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ κατά τον χρόνο που συνήφθη η σύμβαση (22-3-2001) ανερχόταν σε 4,75%, το επιτόκιο του δανείου ανερχόταν κατά τον χρόνο σύναψης της πρόσθετης πράξης σε 6,90% και τον Μάιο του 2001 μεσολάβησε μείωση του επιτοκίου της ΕΚΤ κατά 0,25% η εναγόμενη δεν προέβη σε μείωση του επιτοκίου σε 6,65% παρά μόνο την 1-7-2001, οπότε το μείωσε σε 6,70%), β)ενώ το επιτόκιο της ΕΚΤ μειώθηκε από 31-8-2001 σε 4,25%", δηλαδή κατά 0,25 της ποσοστιαίας μονάδας, οπότε το επιτόκιο του ενάγοντος θα έπρεπε να είχε διαμορφωθεί σε 6,40%, η εναγόμενη διατήρησε το επιτόκιο σε 6,70%, δηλαδή κατά 0,30% περισσότερο από το εφαρμοστέο, γ) ενώ την 18-9-2001 η ΕΚΤ μείωσε το παρεμβατικό της επιτόκιο σε 3,75% δηλαδή κατά 0,50 της ποσοστιαίας μονάδας επί πλέον και το επιτόκιο του ενάγοντος θα έπρεπε να διαμορφωθεί από 1-10-2001 σε 5,90% η εναγόμενη το διατήρησε σταθερό (6,70%) και μόνο την 1-11 - 2001 το μείωσε σε ποσοστό 6,05%, δ) όταν το επιτόκιο της ΕΚΤ μειώθηκε από 9-11-2001 σε 3,25% και το επιτόκιο του ενάγοντος θα έπρεπε να διαμορφωθεί (σύμφωνα και με τον όρο του προσαρτήματος) σε 6,70%, η εναγόμενη εφάρμοσε επιτόκιο ίσο με 7,35%, δηλαδή κατά 0,65% υψηλότερο από το εφαρμοστέο, ε) όταν το επιτόκιο της ΕΚΤ μειώθηκε από 6-12-2002 σε 2,75%, δηλαδή κατά 0,50 της ποσοστιαίας μονάδας και το επιτόκιο του ενάγοντος θα έπρεπε να διαμορφωθεί από 1 -1-2003 σε 6,20%, η εναγόμενη μείωσε το επιτόκιο του δανείου την 1-2-2005 σε 6,60%, διατηρώντας το κατά 0,40 εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερα, στ) όταν το επιτόκιο της ΕΚΤ μειώθηκε από 7-3-2002 σε 2,50%, δηλαδή κατά 0,50%) της ποσοστιαίας μονάδας και το επιτόκιο του ενάγοντος θα έπρεπε να έχει διαμορφωθεί από 1-4-2003 σε 5,95%), η εναγόμενη διατήρησε το επιτόκιο σε 6,60%, ζ) όταν το επιτόκιο της ΕΚΤ μειώθηκε από 6-6-2003 σε 2,00% και το επιτόκιο του ενάγοντος θα έπρεπε να διαμορφωθεί από 1-7-2003 σε 5,45% η εναγόμενη το διατήρησε σε 6,60% και το μείωσε από 1-8-2003 σε 6,45%, ήτοι μια ποσοστιαία μονάδα πάνω από το εφαρμοστέο επιτόκιο, η) όταν το επιτόκιο της ΕΚΤ αυξήθηκε από 6-12-2005 σε 2,25%, δηλαδή κατά 0,25% και το επιτόκιο του ενάγοντος θα έπρεπε να έχει διαμορφωθεί από 1-1-2006 σε 5,70%, η εναγόμενη διατήρησε το επιτόκιο σε 6,45%, θ) την 1-4-2006, οπότε και άρχισε η ισχύς της από 9-3-2006 τροποποιητικής πράξης, βάσει της οποίας το επιτόκιο του ενάγοντος θα διαμορφωνόταν με βάση το επιτόκιο της ΕΚΤ προσαυξημένο κατά 1,70%, το επιτόκιο της ΕΚΤ ήταν 2,50%. Η εναγόμενη θα έπρεπε δηλαδή να εφαρμόσει επιτόκιο ίσο με 4,20%, ήτοι 2,50% + 1,70%, ενώ αυτή αύξησε το επιτόκιο σε 6,70% από 10-5-2006, διατηρώντας το κατά 2,50 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο, ι) όταν την 15-6-2006 το επιτόκιο της ΕΚΤ αυξήθηκε σε 2,75% και το επιτόκιο του ενάγοντος θα έπρεπε να διαμορφωθεί από 1-7-2006 σε 4,45%, η εναγόμενη το μείωσε σε 5,05%, ια) όταν την 9-8-2006 το επιτόκιο της ΕΚΤ αυξήθηκε σε 3,00% και το επιτόκιο του ενάγοντος θα έπρεπε να διαμορφωθεί από 1-9-2006 σε 4,70%, η εναγόμενη το αύξησε σε 5,30%, ιβ) όταν την 11-10-2006 το επιτόκιο της ΕΚΤ αυξήθηκε σε 3,25% το επιτόκιο του ενάγοντος θα έπρεπε να διαμορφωθεί από 1-11-2006 σε 4,95%, ενώ η εναγόμενη το αύξησε σε 5,55%. Έτσι, σύμφωνα με τα παραπάνω, η εναγόμενη σε όλη τη διάρκεια της σύμβασης δεν απέδιδε στον ενάγοντα την μείωση που είχε το κόστος του χρήματος για την ίδια, παραβιάζοντας τη συμφωνία τους για κυμαινόμενο επιτόκιο και την ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, αποκομίζοντας με τον τρόπο αυτό παράνομα κέρδος σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος.

 Ειδικότερα σύμφωνα με την 2501/31-10-2002 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος:

Τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα οφείλουν:       

Να διαμορφώνουν τα επιτόκια στο πλαίσιο τηςαρχής της ανοικτής αγοράς και του ελεύθερου ανταγωνισμού, συνεκτιμώντας τους κατά περίπτωση αναλαμβανόμενους κινδύνους και λαμβάνοντας υπόψη ενδεχόμενες μεταβολές στις χρηματοοικονομικές συνθήκες. Σύμφωνα με αυτά οφείλουν να παρέχουν στοιχεία και πληροφορίες κατ` ελάχιστον, ώστε οι συναλασσόμενοι να σχηματίζουν πριν από την σύναψη της σύμβασης σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης. Ως προς τις χορηγήσεις, η ελάχιστη ενημέρωση αφορά: α) Ι ...II.... III.... IV. Σε περιπτώσεις δανειακών συμβάσεων με κυμαινόμενο επιτόκιο, το γενικό επιτόκιο αναφοράς, σαφώς προσδιοριζόμενο με βάση τα ισχύοντα επιτόκια των χρηματαγορών, τις περιόδους ισχύος του, καθώς και πληροφόρηση σχετικά με βασικούς παράγοντες, η ενδεχόμενη μεταβολή των οποίων θα επηρεάσει το συνολικό κόστος του αντίστοιχου δανείου (όπως π.χ. παρεμβατικά επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας).

Στην κρινόμενη αγωγή έχει ενσωματωθεί αναλυτικός πίνακας των μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων για τη χρονική περίοδο από 1-5-2001 έως 1-12-2006 με στήλες για τους μήνες στους οποίους αντιστοιχούσε η τοκοχρεωλυτική δόση που κατέβαλε ο ενάγων, το εφαρμοσθέν από την εναγόμενη επιτόκιο, το επιτόκιο που κατέβαλε ο ενάγων, το ποσόν που από τη δόση που κατέβαλε ο ενάγων αντιστοιχούσε στους τόκους, το χρεωλύσιο που αντιστοιχεί στη δόση, το ύψος στο οποίο ανερχόταν κατά την εναγόμενη το ανεξόφλητο κεφάλαιο μετά την πληρωμή της κάθε δόσης, το επιτόκιο που θα έπρεπε να εφαρμοστεί, η δόση που θα έπρεπε να καταβάλει ο ενάγων με βάση το επιτόκιο της ΕΚΤ, το ποσόν που θα αντιστοιχούσε στους τόκους από τη δόση που θα έπρεπε να καταβάλει, το χρεολύσιο που νομίμως και σύμφωνα με τον έγκυρο όρο της σύμβασης θα έπρεπε να καταβάλει και το ύψος στο οποίο ανέρχεται το ανεξόφλητο κεφάλαιο σύμφωνα με το ορθό επιτόκιο και την ορθή δόση. Σύμφωνα δε με τον πίνακα αυτό ο ενάγων κατέβαλε για τους τόκους το συνολικό ποσόν των 20.452,65 ευρώ, ενώ, αν οι τόκοι είχαν υπολογιστεί με το ορθό επιτόκιο θα έπρεπε να καταβάλει το ποσόν των 18.227,43 ευρώ, δηλαδή κατέβαλε επί πλέον το ποσόν των 2.225,22 ευρώ. Το ύψος και τον τρόπο υπολογισμού του ποσού αυτού, καθώς και των στοιχείων του πίνακα δεν αμφισβητεί ειδικά η εναγόμενη, άρα συνομολογεί κατ` άρθρο 261 ΚΠολΔ. Επομένως αφού τα ποσά των τόκων που περιέχονται στους λογαριασμούς της εναγόμενης υπολογίστηκαν καταχρηστικά με επιτόκια ανώτερα των νομίμων, αυτή έγινε αδικαιολόγητα πλουσιώτερη εις βάρος της περιουσίας του ενάγοντος κατά το παραπάνω ποσόν των τόκων. Έπειτα από τα παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή και σαν ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσόν των 2.225,22 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής. Το αίτημα να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προξενήσει σημαντική ζημιά στον ενάγοντα. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική δαπάνη του ενάγοντος (άρθρο 176 του Κ.Πολ.Δ.).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

 

Δέχεται την αγωγή.

 

Υποχρεώνει την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσόν των ευρώ δύο

χιλιάδων διακοσίων είκοσι πέντε ευρώ και είκοσι δύο λεπτών (2.225,22), με το

νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.

 

Επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη του ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των

τριακοσίων (300) ευρώ, εις βάρος της εναγόμενης.

 

Κρίθηκε αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο

ακροατήριο του στην Αθήνα, στις  26/3/08

 

                     Η EIPHNΟΔΙKHΣ                                                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ