ΕΙΔΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΕΠΙΤΟΚΙΩΝ

 

ΑΛΕΞΙΑ Κ. ΜΟΥΤΣΙΟΥΛΗ

   Δικηγόρος

    LL.M Civil, Civil Procedure and Labour Law

 

 

Α. Είδη επιτοκίων

 Το χρεωστικό επιτόκιο[1] είναι ο μαθηματικός τρόπος υπολογισμού του ετήσιου συνήθως τόκου ως εκατοστιαίου ποσοστού του πιστωθέντος κεφαλαίου[2]. Τα χρεωστικά επιτόκια διακρίνονται σε σταθερά και κυμαινόμενα (κινητά), ανάλογα με το αν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν προβλέψει για όλη τη διάρκεια της πιστωτικής σύμβασης ή τουλάχιστον για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα αυτής το χρεωστικό επιτόκιο να παραμένει αμετάβλητο ή αντιθέτως να αναπροσαρμόζεται με βάση τις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες της χρηματαγοράς. Στην πράξη ο πιστολήπτης έχει τη δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ σταθερού και κυμαινόμενου επιτοκίου, σταθμίζοντας κάθε φορά τα οφέλη και τους κινδύνους που συνεπάγεται γι’ αυτόν κάθε είδος επιτοκίου[3]. Ειδικότερα:

Στις πιστωτικές συμβάσεις σταθερού επιτοκίου, το επιτόκιο καθορίζεται ως πάγιο ποσοστό επί του πιστωθέντος κεφαλαίου. Το συγκεκριμένο είδος επιτοκίου προτιμάται όταν τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θέλουν οι μεταβλητές της πιστωτικής αγοράς και της οικονομίας να διαταράξουν τα προσδοκώμενα οφέλη και τις επιβαρύνσεις μίας πίστωσης[4], απαντάται δε συνήθως σε πιστωτικές συμβάσεις βραχυπρόθεσμης διαρκείας[5]. Οι συνθήκες της νομισματοπιστωτικής αγοράς δεν επιδρούν στο ύψος του σταθερού επιτοκίου, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις που θα μπορούσαν ενδεχομένως να ενταχθούν στη ρύθμιση του άρθρου 388 ΑΚ[6]. Με άλλα λόγια η μεταβλητότητα των παραγόντων στην αγορά χρήματος δεν συνεπάγεται αναπροσαρμογή των επιτοκίων, με αποτέλεσμα αυτά να παραμένουν σταθερά και αμετάβλητα καθ’ όλη τη διάρκεια της πιστωτικής σύμβασης[7]. Ο πιστολήπτης μπορεί κατά συνέπεια από την αρχή κατάρτισης της σύμβασης πίστωσης να υπολογίσει επακριβώς το ύψος των τόκων που θα κληθεί να καταβάλει κατά τη διάρκεια της σύμβασης[8].

Στις πιστωτικές συμβάσεις κυμαινόμενου επιτοκίου τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν[9] το επιτόκιο να μεταβάλλεται καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης ή σε ορισμένες τμηματικές περιόδους αυτής, αναπροσαρμοζόμενο κάθε φορά βάσει των συνθηκών που επικρατούν στην οικονομία και των κανόνων που διέπουν το χρήμα και την αξία του. Το είδος αυτό επιτοκίου προτιμάται συνήθως σε πιστωτικές συμβάσεις μεγαλύτερης διάρκειας[10] και υποβάλλεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης σε διάφορες αυξομειώσεις, αν τυχόν δε παραμείνει σταθερό αυτό θα οφείλεται σε τυχαίους παράγοντες της χρηματαγοράς που δεν ανάγκασαν τον πιστωτή να αναδιαμορφώσει το ύψος του επιτοκίου. Σε αντίθεση με το σταθερό επιτόκιο, εδώ ο πιστολήπτης δεν αναλαμβάνει μόνο τον κλασσικό κίνδυνο έγκαιρης επιστροφής του κεφαλαίου, αλλά αναλαμβάνει και περαιτέρω κινδύνους που συνδέονται με την οικονομία και τη νομισματοπιστωτική αγορά[11].

Γίνεται, βέβαια, εύκολα αντιληπτό ότι το κυμαινόμενο επιτόκιο δεν παρέχει την ασφάλεια του σταθερού επιτοκίου, το οποίο ενόψει του οριστικού του χαρακτήρα επιτρέπει στον πιστολήπτη να πραγματοποιήσει έναν ασφαλή οικονομικό σχεδιασμό. Το κυμαινόμενο, ωστόσο, επιτόκιο παρέχει στον πιστολήπτη τη δυνατότητα να επωφεληθεί από τη τυχόν βελτίωση των οικονομικών παραμέτρων της αγοράς χρήματος, με μείωση του επιτοκίου και αντιστοίχως μείωση του ποσού που καλείται να καταβάλλει ως τόκο.  Από την άλλη πλευρά, ο πιστωτικός φορέας μέσω του κυμαινόμενου επιτοκίου επιθυμεί να μειώσει ή ακόμη και να εξαλείψει κάθε κίνδυνο από μία δυσμενή μεταβολή των συνθηκών στην αγορά χρήματος που θα επηρεάσει ενδεχομένως το δικό του κόστος δανεισμού ή θα περιορίσει το προσδοκώμενο από τη χορήγηση της συγκεκριμένης πίστωσης όφελος[12]. Στην περίπτωση του κυμαινόμενου επιτοκίου, ο πιστωτικός φορέας δεν αναλαμβάνει κανένα κίνδυνο, αφού μπορεί, με βάση το επιτόκιο αναφοράς, να αναπροσαρμόζει το επιτόκιο του δανείου και να κρατά σταθερό το κέρδος (περιθώριο προσαύξησης του επιτοκίου αναφοράς), απεναντίας τον φέρει ο δανειολήπτης, ο οποίος αντισταθμίζεται στην επιλογή του από το αντίστοιχο όφελος (μείωση του επιτοκίου) που θα έχει σε περίπτωση σημείωσης του κόστους του χρήματος για τον πιστωτικό φορέα[13].

 

Β. Παράγοντες διαμόρφωσης των κυμαινόμενων επιτοκίων

Στην τραπεζική πρακτική τα χρεωστικά επιτόκια, σταθερά και κυμαινόμενα, διαμορφώνονται βάσει ορισμένων μεταβλητών παραμέτρων της αγοράς και της οικονομίας[14]. Η στάθμιση των παραμέτρων αυτών, αν πρόκειται για σταθερά επιτόκια γίνεται άπαξ, πριν την κατάρτιση της σύμβασης, ενώ αν πρόκειται για κυμαινόμενα γίνεται διαρκώς καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης[15]. Τα πιο σημαντικά κριτήρια διακύμανσης των κυμαινόμενων επιτοκίων είναι: α) επιτόκιο αναφοράς, β) το κόστος του χρήματος και γ) ο πληθωρισμός.

Επιτόκιο αναφοράς:  Στο παρελθόν, συγκεκριμένα πριν την είσοδό της Ελλάδας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), για την αναπροσαρμογή των κυμαινόμενων επιτοκίων οριζόταν ως επιτόκιο αναφοράς το διατραπεζικό επιτόκιο ATHIBOR (Athens Interbank Offered Rate), το οποίο συνιστούσε το μέσο όρο επιτοκίων, στο οποίο προσφερόταν οι διατραπεζικές προθεσμιακές καταθέσεις εντός της ελληνικής αγοράς χρήματος, ή το αντίστοιχo της Τράπεζας της Αγγλίας LIBOR (London Interbank Offered Rate)[16].  Μετά την ένταξη της χώρας μας στην ευρωζώνη το 2001, το εθνικό επιτόκιο αναφοράς αντικαταστάθηκε δυνάμει του ν. 2842/2000[17] άρθρο 3§1 από το επιτόκιο EURIBOR (Euro Interbank Offered Rate)[18]. Πρόκειται για το επιτόκιο με το οποίο προσφέρονται διατραπεζικές προθεσμιακές καταθέσεις σε ευρώ εντός της ζώνης του ευρώ από μία τράπεζα «πρώτης τάξεως» σε άλλη, την ενδέκατη πρωινή ώρα Βρυξελλών[19].

Το επιτόκιο EURIBOR προσδιορίζεται απευθείας από μία ομάδα 57 τραπεζών, εκ των οποίων 47 τράπεζες προέρχονται από τη ζώνη του ευρώ, 2 από το Ηνωμένο Βασίλειο, 1 από τη Σουηδία, 1 από τη Δανία και 6 χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης με σημαίνουσα δραστηριότητα στη διατραπεζική αγορά της ζώνης του ευρώ[20]. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συλλέγει από τις εν λόγω τράπεζες τα επιτόκια, με τα οποία αλληλοχρηματοδοτούνται και δημοσιεύει τον μέσω όρο των αντίστοιχων επιτοκίων για καταθέσεις εβδομαδιαίας, μηνιαίας, τριμηνιαίας, εξαμηνιαίας ή ετήσια διάρκειας[21]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις πιστωτικές συμβάσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο προτιμάται συνήθως ως σημείο αναφοράς ο μηνιαίος μέσος όρος των διατραπεζικών καταθέσεων EURIBOR με προθεσμία τριών μηνών, διότι ενόψει του βραχυπρόθεσμου χαρακτήρα του θεωρείται ότι αποτυπώνει με σαφήνεια τις συνθήκες αναχρηματοδότησης που επικρατούν στη διατραπεζική αγορά[22].

Ως επιτόκιο αναφοράς χρησιμοποιείται και το επιτόκιο EONIA, το οποίο είναι «ο σταθμισμένος μέσος όρος όλων των δανειακών, χωρίς εξασφάλιση, συναλλαγών μίας ημέρας που πραγματοποιούνται στην διατραπεζική αγορά της ζώνης του ευρώ από τις τράπεζες που συμμετέχουν στο panel του EURIBOR και εκφράζεται σε δύο δεκαδικά ψηφία[23]».  Σπανιότερα ως σημείο αναφοράς των επιτοκίων ορίζονται από τους συμβαλλομένους τα επιτόκια της ίδια τράπεζας προς άλλους δανειολήπτες ή από άλλη κατηγορία δανείων[24], καθώς επίσης και η απόδοση ομολόγων ή βραχυπρόθεσμων τίτλων κ.λ.π.[25]

Το επιτόκιο αναφοράς δεν είναι ταυτόσημο με το κυμαινόμενο επιτόκιο, αφού το πρώτο χρησιμοποιείται από τα πιστωτικά ιδρύματα ως βάση, επί της οποίας προστίθεται κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών ένα επιπλέον περιθώριο (spread), οπότε και διαμορφώνεται η τελική τιμή του επιτοκίου. Το περιθώριο αυτό καθορίζεται από τα πιστωτικά ιδρύματα βάσει της επιχειρηματικής και οικονομικής πολιτικής που χαράσσουν, αφού προηγούμενους συνεκτιμήσουν παράγοντες όπως το λειτουργικό τους κόστος, την κάλυψη των κάθε είδους πιστωτικών κινδύνων, το προσδοκώμενο από τις χορηγηθείσες πιστώσεις κέρδος κ.ο.κ. Έτσι, αν το επιτόκιο αναφοράς είναι λ.χ. 2% και το επιπρόσθετο περιθώριο 5%, η τιμή του κυμαινόμενου επιτοκίου διαμορφώνεται τελικώς στο 7%[26].

Κόστος του χρήματος:  Το κόστος και οι όροι χρηματοδότησης ενός πιστωτικού ιδρύματος αποτελούν σημαντικούς παράγοντες διαμόρφωσης του ύψους του κυμαινόμενου επιτοκίου για τις πιστώσεις που το ίδιο χορηγεί. Κατά κανόνα τα επιτόκια αναφοράς αποδίδουν σε ικανοποιητικό βαθμό το κόστος χρηματοδότησης από τη διατραπεζική αγορά. Εντούτοις, η διατραπεζική αγορά δεν αποτελεί τη μοναδική πηγή ανεύρεσης κεφαλαίων για τα πιστωτικά ιδρύματα. Αξίζει, επίσης, να προστεθεί ότι ορισμένες φορές το κόστος χρηματοδότησης ενός πιστωτικού ιδρύματος μπορεί να διαμορφώνεται διαφορετικά από το μέσο όρο επιτοκίων στη διατραπεζική αγορά λόγω των ιδιαιτεροτήτων που παρουσιάζει η συγκεκριμένη χρηματοδότηση όπως λ.χ. η πιστοληπτική ικανότητα του συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος, αλλά και το οικονομικό και γεωγραφικό περιβάλλον, στο οποίο δραστηριοποιείται συνήθως το συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα[27].

Πληθωρισμός: Από τη νομολογία έχει κριθεί ότι παράγοντα διαμόρφωσης των κυμαινόμενων επιτοκίων μπορεί να αποτελέσει και ο πληθωρισμός.[28] Ο πληθωρισμός εκφράζει τη ποσοστιαία μεταβολή του γενικού επιπέδου τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών[29] μιας οικονομίας μέσα σε μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Διακρίνεται σε αυξητικό και αρνητικό ανάλογα με το αν παρατηρείται αυξητική ή πτωτική τάση των τιμών αντίστοιχα. Η άνοδος, συγκεκριμένα, των τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών μίας οικονομίας, που είναι και το συνηθέστερο φαινόμενο, υποδηλώνει μείωση της αξίας του χρήματος, με το οποίο αξιολογούνται τα αγαθά και οι υπηρεσίες.

Σε επίπεδο πιστωτικών συναλλαγών ο πληθωρισμός (αυξητικός) μπορεί να οδηγήσει σε υποτίμηση της αγοραστικής αξίας των κεφαλαίων που χορηγούνται υπό τη μορφή πιστώσεων. Εντούτοις, τα επιτόκια αναφοράς και το κόστος του χρήματος, βάσει των οποίων γίνεται η αναπροσαρμογή των κυμαινόμενων επιτοκίων, ενσωματώνουν και τις διάφορες διακυμάνσεις του πληθωρισμού, με αποτέλεσμα να καθίσταται δογματικά μη ορθή η θέσπιση του πληθωρισμού ως ξεχωριστή παράμετρος καθορισμού του ύψους των επιτοκίων[30].

 

Γ. Ανώτατα όρια επιτοκίων

 Μέχρι το 1987 τα ανώτατα όρια των τραπεζικών επιτοκίων[31] καθοριζόταν βάσει διοικητικών πράξεων που εξέδιδε αρχικώς η Νομισματική Επιτροπή και εν συνεχεία, μετά την κατάργηση της με το άρθρο 1 ν. 1266/1982[32], η Τράπεζα της Ελλάδας, στην οποία και μεταβιβάστηκαν οι αρμοδιότητες της πρώτης. Από τότε σταδιακά στο πλαίσιο της γενικότερης προσπάθειας απελευθέρωσης των όρων λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος, απελευθερώθηκαν σε μεγάλο βαθμό τα τραπεζικά επιτόκια, τα όρια των οποίων, ανώτατα και κατώτατα, αποτελούν σήμερα ως επί το πλείστον αντικείμενο ελεύθερης διαπραγμάτευσης των συμβαλλομένων μερών[33]. Ειδικά στον τομέα της καταναλωτικής πίστης, ισχύει σήμερα η ΠΔ/ΤΕ 2286/1994, η οποία προβλέπει ότι τα επιτόκια καθορίζονται ελεύθερα από τα πιστωτικά ιδρύματα, με την επιφύλαξη, όμως, των διατάξεων περί ελαχίστων ορίων επιτοκίων χορηγήσεων που τυχόν υπάρχουν.

Η απελευθέρωση των τραπεζικών επιτοκίων είχε ως αποτέλεσμα να καθορίζονται αυτά πλέον από το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης και τον ανταγωνισμό που διαμορφώνεται μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων στην νομισματοπιστωτική αγορά. Η κίνηση των επιτοκίων περιορίζεται από τις εκάστοτε εθνικές και κοινοτικές ρυθμίσεις που προωθούν τον υγιή ανταγωνισμό, απαγορεύοντας διατραπεζικές συμφωνίες ομοιόμορφων και υψηλών επιτοκίων σε βάρος του πιστολήπτη[34].

Εντούτοις, η νομολογία έθεσε σε ό,τι αφορά το ανώτατο ύψος των κυμαινόμενων επιτοκίων έναν επιπρόσθετο περιορισμό, αυτόν της διαμόρφωσής τους κάτω από τα όρια των εξωτραπεζικών επιτοκίων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με μία σειρά δικαστικών αποφάσεων[35] της τελευταίας δεκαετίας «Τα τραπεζικά επιτόκια είναι σήμερα κατά κανόνα ελευθέρως διαπραγματεύσιμα και το ισχύον γι` αυτά καθεστώς δεν συνοδεύεται από τη θέσπιση ανωτάτων ορίων. Η επέμβαση του νομοθέτη περιορίζεται στη ρύθμιση των εξωτραπεζικών μόνον επιτοκίων. Εξάλλου τα εξωτραπεζικά επιτόκια, παρά τον περιορισμό τους στις εξωτραπεζικές συναλλαγές, δεν παύουν να έχουν γενικότερη κοινωνικοοικονομική σημασία και να αφορούν και τις τραπεζικές συμβατικές σχέσεις. Ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος στην ελεύθερη διαμόρφωση των τραπεζικών επιτοκίων είναι η συμπίεση τους κάτω από τα όρια των εξωτραπεζικών. Έτσι, η συμφωνία για επιτόκια, που υπερβαίνουν τα ανώτατα αυτά όρια, δεν παύει να απαγορεύεται από τον νόμο (άρθρο 281 ΑΚ)».

Με την ανωτέρω άποψη τάσσεται και μερίδα της θεωρίας[36], η οποία υποστηρίζει ότι ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος των τραπεζών να διαμορφώνουν ελεύθερα το ύψος των επιτοκίων τους συνίσταται στην ανταγωνιστική συμπίεσή αυτών κάτω από τα όρια των εξωτραπεζικών επιτοκίων. Με άλλα λόγια τα εξωτραπεζικά επιτόκια λειτουργούν ως σαφή όρια ανεκτής κερδοσκοπικής τοκοληψίας στο πλαίσιο της εθνικής οικονομίας, ο ρόλος των οποίων δεν περιορίζεται μόνο στις εξωτραπεζικές, αλλά αντιθέτως επεκτείνεται και στις τραπεζικές συναλλαγές. Έτσι, κάθε υπέρβαση των ορίων αυτών αποτελεί καταχρηστική άσκηση δικαιώματος που απαγορεύεται ρητά από το άρθρο 281 ΑΚ, επιφέροντας την ακυρότητα της συμφωνίας για το υπερβάλλον επιτόκιο κατά το άρθρο 294 ΑΚ. Τα τυχόν ήδη καταβεβλημένα υπερβάλλοντα ποσά μπορούν να αναζητηθούν κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά τα άρθρα 904 επ. ΑΚ [37].

Ο συσχετισμός, ωστόσο, των τραπεζικών επιτοκίων με εξωτραπεζικά επιτόκια επικρίνεται από την ΠΔ/ΤΕ 178/2004 §2, στην οποία επισημαίνεται ότι το ανώτατο όριο των εξωτραπεζικών επιτοκίων δεν ανήκει, κατά το περιεχόμενο και το σκοπό του, στους παράγοντες προσδιορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, τα οποία διαμορφώνονται ελεύθερα ύστερα από στάθμιση των εκτιμώμενων κατά περίπτωση κινδύνων, των εκάστοτε συνθηκών των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθώς και των εν γένει υποχρεώσεων των τραπεζών που απορρέουν από τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία τους. Κατά συνέπεια οι μετά την απελευθέρωση των επιτοκίων συναπτόμενες συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, στις οποίες συνομολογείται επιτόκιο που τυχόν υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι αθέμιτες για το λόγο αυτό[38].

 

 

                                                                                                                                                                                                                      



[1] Στο άρθρο 3 περ. ι της Υ.Α. Ζ1-699/2010 χρησιμοποιείται αντίστοιχα ο όρος «επιτόκιο χορηγήσεων».

[2]Γεωργακόπουλος, Χρηματιστηριακό και Τραπεζικό δίκαιο, 1999, 361.

[3] Βλ. Βενιέρη, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 2005, 67∙ Κλαβανίδου, Καταναλωτικά δάνεια, 1997, 177.

[4] Βλ. Βενιέρη, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 65-66.

[5] Βλ. Γεωργακόπουλο, Χρηματιστηριακό και τραπεζικό δίκαιο, 361.

[6] Αναλυτικά για την απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών που ρυθμίζεται στο άρθρο 388 ΑΚ βλ. Αστ. Γεωργιάδη,  Ενοχικό Δίκαιο-Γενικό Μέρος Ι, 2003, 134 επ.

[7] Βλ. Βενιέρη, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 65-66.

[8] Βλ. Σπυράκο, Κριτήρια αναπροσαρμογής του κυμαινόμενου επιτοκίου στις συμβάσεις δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, ΔΕΕ 2002, 1109.

>[9] Η σχετική συμφωνία έχει τη μορφή ΓΟΣ, με τον οποίο συγκεκριμένα επιφυλάσσεται στον πιστωτή το δικαίωμα ανακαθορισμού του επιτοκίου. Η αοριστία της εν λόγω παροχής κατά τη στιγμή κατάρτισης της σύμβασης φαινομενικά δίνει την εντύπωση ότι προσκρούει στο άρθρο 371 ΑΚ, εντούτοις όπως πολύ σωστά έχει επισημάνει η νομολογία το άρθρο 371 ΑΚ «είναι στο νόμο καταστρωμένο για τον  τύπο μιας ατομικής συμβάσεως και δεν μπορεί να διασφαλίσει τα συμφέροντα του καταναλωτή σε συμβάσεις,  στις οποίες οι όροι μεταξύ των συμβαλλομένων μερών δεν  καθίστανται αντικείμενο διαπραγμάτευσης όπως συμβαίνει με  τους Γ.Ο.Σ.» Η εν λόγω διάταξη παραγκωνίζεται εν προκειμένω από τις ειδικότερες διατάξεις του ν. 2251/1994 άρθρο 2§7 περ. ε και ια. Ειδικότερα στην τελευταία περίπτωση (ια) επιτρέπεται η αοριστία της παροχής ενός εκ των συμβαλλομένων κατ’ εξαίρεση, όμως, όταν υφίσταται σπουδαίος λόγος και υπό την προϋπόθεση ότι προσδιορίζονται στη σύμβαση τα καθορισμένα και εύλογα κριτήρια, από τα οποία εξαρτάται η συγκεκριμένη παροχή. Βλ. αναλυτικά ΑΠ 1030/2001, ΔΕΕ 2001, 1125.  Στην προκειμένη περίπτωση η μεταβλητότητα των νομισματοπιστωτικών συνθηκών συνιστά τον σπουδαίο λόγο που επιτρέπει την ανοχή της αοριστίας του κυμαινόμενου επιτοκίου. Για τη σαφήνεια και διαφάνεια, όμως, του σχετικού όρου απαιτείται επιπλέον η σύνδεση του με ειδικά, εύλογα και αντικειμενικά κριτήρια καθορισμού του ύψους του επιτοκίου. Βλ. Γκούσκου, Ύψος δικαιοπρακτικού τόκου τραπεζικών χορηγήσεων ιδίως στην καταναλωτική πίστη, ΧρΙΔ 2002, 387∙ Μεντή, Γενικοί όροι τραπεζικών καταναλωτικών συμβάσεων, ΧρΙΔ 2001, 568 επ. Σπυράκο, Η προστασία του καταναλωτή στις τραπεζικές συμβάσεις (Πρακτικά 1ου > συνδρίου, Αθήνα, 7 Ιουνίου 2002), 2004, 101 επ.  Ομοίως η  ΑΠ 1 219/2001, ΧρΙΔ 2001, 516. ΠΠρΑθ 1119/2002, ΔΕΕ 2003, 422.

[10] Βλ. Βόγκλη, Κυμαινόμενο Επιτόκιο,  2005, 10.                           

[11] Βλ. Βενιέρη, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 66 επ.

[12] Βλ. Σπυράκο, ΔΕΕ 2002, 1111.

[13] ΕιρΑθ 1642/2008, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΑθ 3441/2007, ΧρΙΔ 2008, 136. Βλ. επίσης Βόγκλη, κυμαινόμενο επιτόκιο, 9 και 49 επ.∙ Σπυράκο, ΔΕΕ 2002, 1109 επ. Βλ. όμως και Δέλλιο, Η προτεινόμενη ρύθμιση για την πρόωρη αποπληρωμή καταναλωτικών πιστώσεων στο πλαίσιο των διαδικασιών αναθεώρησης της Οδηγίας 87/102/ΕΟΚ, ΕφΑΔ 2008, κατά τον οποίο τον κίνδυνο το φέρει ο πιστολήπτης.

[14] Στο υποχρεωτικό περιεχόμενο της πιστωτικής σύμβασης συμπεριλαμβάνονται μεταξύ των άλλων σύμφωνα με το άρθρο 10 §2 περ. στ της Οδηγίας και η τιμή του χρεωστικού επιτοκίου, οι όροι που διέπουν την εφαρμογή του επιτοκίου αυτού, και, όταν είναι διαθέσιμα, κάθε δείκτης ή επιτόκιο αναφοράς, βάσει του οποίου αναπροσαρμόζεται το αρχικό χρεωστικό επιτόκιο, καθώς και οι περίοδοι, οι όροι και οι διαδικασίες τροποποίησης του χρεωστικού επιτοκίου. Εάν ισχύουν διαφορετικά χρεωστικά επιτόκια υπό διαφορετικές συνθήκες, θα πρέπει να αναφέρονται όλες ο ανωτέρω πληροφορίες σχετικά με όλα τα ισχύοντα επιτόκια. Η εν λόγω ρύθμιση ενσωματώθηκε αντίστοιχα στο ελληνικό δίκαιο με το άρθρο 10 §2 περ. στ της Υ.Α. Ζ1-699/2010.

[15]Βενιέρης, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 70.

[16] Βλ. Cranston, Principles of Banking Law, 2008, 337 επ.

[17] Ν. 2842/2000 για τη «Λήψη συμπληρωματικών μέτρων για την εφαρμογή των Κανονισμών (ΕΚ) 1103/97/974198 και 2866198 του Συμβουλίου, όπως ισχύoυν σχετικά με την εισαγωγή του ευρώ» (ΦΕΚ Α΄ 207/27-9-2000).

[18] Βλ. Σπυράκο, ΔΕΕ 2002, 1111-1112∙ τον ίδιο, Κριτήρια αναπροσαρμογής του επιτοκίου στις συμβάσεις δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο,  Η προστασία του καταναλωτή στις τραπεζικές συμβάσεις (Πρακτικά 1ου συνεδρίου, Αθήνα, 7 Ιουνίου 2002), 107.

[19] Βλ. Preface oh the Euribor-Code of Conduct.

[20] Οι μη ενταγμένες στην ευρωζώνη τράπεζες συμμετέχουν στο panel του EURIBOR, μέσω των μονάδων τους που δραστηριοποιούνται εντός του χώρου της ΟΝΕ. Όλες οι τράπεζες που περιλαμβάνονται στο panel υποχρεούνται να δίνουν τιμές όλες τις ημέρες λειτουργίας του συστήματος Target (Trans-European-Automated-Real-Time Gross Settlement Express Transfer) για περίοδο εβδομάδας και για δώδεκα περιόδους από έναν μήνα μέχρι έναν χρόνο. Με το επιτόκιο EURIBOR εκφράζεται ο μέσος όρος τιμών που προκύπτουν μετά την αφαίρεση του 15% των υψηλότερων τιμών, με στρογγυλοποίηση σε τρία δεκαδικά ψηφία και ισχύουν τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα λειτουργίας του συστήματος Target μετά τον καθαρισμό. Βλ. Ζερβάκη, Επιτόκια Euribor και  Ionia, Δελτίο Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, τ. 1999/1, 113.

[21] Βλ. Βενιέρη, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 71.

[22] Βλ. Σπυράκο, ΔΕΕ 2002, 1112.

[23] Συγκεκριμένα οι τράπεζες ανακοινώνουν μέχρι την 18.30 ώρα Φρανκφούρτης το σύνολο των συναλλαγών τους σε ευρώ, καθώς και το μέσο επιτόκιο δανεισμού με στρογγυλοποίηση σε δύο δεκαδικά ψηφία, στην ΕΚΤ, η οποία διαμορφώνει το επιτόκιο EONIA, που δημοσιεύεται μεταξύ 18.45 και 19.00 ώρα Φρανκφούρτης την ίδια ημέρα. Βλ. Ζερβάκη, Επιτόκια Euribor και Ionia, Δελτίο Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, τ. 1999/1, 113.

[24] Βλ. Βενιέρη, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 71∙ Γεωργακόπουλο, Εγχειρίδιο Εμπορικού δικαίου ΙΙ, 1999, 705.

[25] Βλ. ΑΠ 652/2010 ΔΕΕ 2010/ 943. Ομοίως και η με αριθ. 99/2009 απόφαση της ανεξάρτητης αρχής «ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ».

[26] Στις οικονομίες που ο πληθωρισμός διαμορφώνεται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, οι τιμές των spread είναι συνήθως μεγαλύτερες από τις τιμές των επιτοκίων αναφοράς. Η διαφορά αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη στην περίπτωση των πιστωτικών καρτών και των στεγαστικών δανείων,  όπου η απουσία ασφαλειών αυξάνει τον πιστωτικό κίνδυνο που αναλαμβάνει το πιστωτικό ίδρυμα σε περίπτωση αφερεγγυότητας του πιστολήπτη, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται πιο υψηλές οι τιμές των spread και των επιτοκίων αντίστοιχα. Βλ. Βενιέρη, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 72-73.

[27] Βλ. Βενιέρη, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 73-74.

[28] ΠΠρΑΘ 119/2002, ΔΕΕ 2003, 429.

[29] Ο πληθωρισμός δεν αναφέρεται στο σύνολο των αγαθών και των υπηρεσιών μίας οικονομίας αλλά σε ένα ενδεικτικό δείγμα αυτών, για τα οποία παλαιότερα χρησιμοποιούταν ο όρος  «το καλάθι της νοικοκυράς», ενώ σήμερα χρησιμοποιείται ο πολιτικά ορθότερος όρος «το καλάθι του καταναλωτή».

[30] Βλ. Βενιέρη, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 76.

[31] Για τη διάκριση των επιτοκίων σε τραπεζικά και εξωτραπεζικά βλ. Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, Γνωμοδότηση, http://www.pxf.gr/epix_enimerosi/nomologia/loan_1.htm, 1996∙  Ψυχομάνη, Τα τραπεζικά επιτόκια, ΝοΒ 1995, 5. Για τη διάκριση των τόκων σε δικαιοπρακτικού, νόμιμους και τόκους υπερημερίας βλ. Αστ. Γεωργιάδη,  Ενοχικό Δίκαιο-Γενικό Μέρος Ι, 202 επ

[32] Ν. 1266/1982 για τα «Όργανα ασκήσεως της νομισματικής, πιστωτικής και συναλλαγματικής  πολιτικής και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 81/26-7-1982). Με το άρθρο 1 του ν. 1266/1982 καταργήθηκαν η Νομισματική Επιτροπή και οι υποεπιτροπές της και παράλληλα ορίσθηκε ότι οι αρμοδιότητές της, με εξαίρεση τις αναφερόμενες περιπτώσεις των άρθρων 2 και 3, μεταβιβάσθηκαν αυτοδικαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της ή οργάνων της εξουσιοδοτημένων από το διοικητή, στο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής. Περαιτέρω, σε εκτέλεση των διατάξεων αυτών εκδόθηκε η ΠΔ/ΤΕ 336/29-2-1984 απόφαση (ΦΕΚ Α΄ 28/14-4-1984), με την οποία συστήθηκε η Επιτροπή Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΤΠΘ/ΤΕ), που με την ΠΔ/ΤΕ 2435/26-6- (ΦΕΚ 142/τ. α`/29-6-1998) μετονομάσθηκε σε Επιτροπή Τραπεζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΤΠΘ/ΤΕ), στις αρμοδιότητες της οποίας περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η έκδοση αποφάσεων που αφορούν τους όρους λειτουργίας των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων.

[33]  Σύμφωνα με το άρθρο 293 ΑΚ «Το ανώτατο όριο του τόκου που οφείλεται από δικαιοπραξία προσδιορίζεται όπως ορίζει νόμος…. Το ποσοστό του νόμιμου τόκου ή του τόκου υπερημερίας προσδιορίζεται όπως ορίζει ο νόμος.». Δυνάμει της συγκεκριμένης διάταξης ο  ν. 876/1979 άρθρο 15§5 παρέχει νομοθετική εξουσιοδότηση στο Υπουργικό Συμβούλιο, να καθορίζει, κατόπιν γνωμοδοτικής πρότασης της Νομισματικής Επιτροπής, το ποσοστό του νόμιμου και από υπερημερία οφειλόμενου τόκου, καθώς και το ποσοστό κατ’ ανώτατο όριο του δικαιοπραξία τόκου, για τις πάσης φύσεως συναλλαγές, ήτοι τραπεζικές και εξωτραπεζικές. Εντούτοις, οι πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου που εκδόθηκαν στο πλαίσιο του ν. 876/1979 άρθρο 15§5 περιόριζαν ρητά το πεδίο εφαρμογής τους αποκλειστικά και μόνο στις εξωτραπεζικές συναλλαγές, ρυθμίζοντας μόνο τα εξωτραπεζικά επιτόκια. Περαιτέρω, με το άρθρο 2§3 του ν. 588/1948, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ν. 1046/1980, εξουσιοδοτήθηκε η Νομισματική Επιτροπή (και στη συνέχεια ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, στον οποίον μεταβιβάστηκαν οι αρμοδιότητες της Νομισματικής Επιτροπής  δυνάμει του ν. 1266/1982) να καθορίζει με αποφάσεις της, που θα τελούν υπό την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, το επιτόκιο και την προμήθεια σε σχέση με τις τραπεζικές πιστώσεις κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων για το συμβατικό τόκο, τον τόκο υπερημερίας και τις προμήθειες. Πράγματι, επί πολλά έτη καθοριζόταν με πράξεις αρχικώς της Νομισματικής Επιτροπής και εν συνεχεία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας τα τραπεζικά επιτόκια, άλλοτε κατά τρόπο συγκεκριμένο και άλλοτε κατά ανώτατο ή κατώτατο όριο. Σταδιακά, όμως, με μία νέα σειρά αποφάσεών της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ 1955/1991, ΠΔ/ΤΕ 1976/1991, ΠΔ/ΤΕ 2286/1994, ΠΔ/ΤΕ 2326/1994), που προέβλεπαν τη ρύθμιση των επιτοκίων από τα ίδια τα πιστωτικά, η τακτική αυτή άρχισε να εγκαταλείπεται είτε λόγω των πιέσεων που ασκούσαν τα τραπεζικά συμφέροντα είτε από υπερβολή εμπιστοσύνη στην άσκηση υγιούς ανταγωνισμού από τα ελληνικά τραπεζικά ιδρύματα. Αξίζει, όμως, να σημειωθεί ότι για τα επιτόκια υπερημερίας στις τραπεζικές συναλλαγές ελήφθη ειδική μέριμνα με την ΠΔ/ΤΕ 2393/1996, σύμφωνα με την οποία το επιτόκιο υπερημερίας των δανεικών συμβάσεων από 1-8-1996 και εφεξής δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το προβλεπόμενο στην οικεία σύμβαση επιτόκιο ενήμερης οφειλής περισσότερο από 2,5% ετησίως.  Βλ. Γκούσκου, ΧρΙΔ 2002, 385∙ Κλαβανίδου, Καταναλωτικά δάνεια, 171 επ.∙ Μάζη, Ουσιαστικά και δικονομικά ζητήματα τόκου και ανατοκισμού, ΕπισκΕΔ 1996, 35 επ.∙ Ψυχομάνη, Τραπεζικές δραστηριότητες αμφισβητήσιμης νομιμότητας, 121 επ.∙, τον ίδιο, Τα τραπεζικά επιτόκια, ΝοΒ 1995, 6 επ.∙ τον ίδιο, Τραπεζικό δίκαιο Ι, 2001, 113 επ. 

[34] Βλ. Κλαβανίδου, Καταναλωτικά δάνεια, 174.

[35] Βλ. ΑΠ 1219/2001, ΝοΒ 2002, 354. ΠΠρΑθ 6774/2003, ΝΟΜΟΣ. ΜΠρΑθ 1386/2005, ΑρχΝ 2009, 184. ΕιρΑθ 178/2009, Αρμ 2009, 1374. ΕιρΑθ 1706,2008, ΕΕΔ 2009, 932. ΕιρΑθ 1446/2005, Αρμ. 2007/71. Βλ. όμως και ΑΠ 652/2010, ΔΕΕ 2010, 943,  που αποδοκιμάζει τον συσχετισμό των τραπεζικών επιτοκίων με τα εξωτραπεζικά επιτόκια λόγω της διαφορετικής λειτουργίας που επιτελεί καθένα από αυτά.

[36] Βλ. Μεντή, ΧρΙΔ 2001, 567 επ.∙ Ψυχομάνη, Τραπεζικές δραστηριότητες αμφισβητήσιμης νομιμότητας, 2002, 130 επ.∙ τον ίδιο, ΝοΒ 1995, 19 επ.∙ τον ίδιο, Τραπεζικό δίκαιο, 118 επ., ο οποίος αναφέρει ότι η διαμόρφωση των τραπεζικών επιτοκίων σε τιμές ανωτέρω των εξωτραπεζικών στερείται λογικού ερείσματος από τη στιγμή που και για τα δύο είδη επιτοκίων ισχύουν οι ίδιες νομισματοπιστωτικές συνθήκες στην αγορά. Η τακτική δε των τραπεζικών ιδρυμάτων να επικαλούνται, συνήθως, το λειτουργικό κόστος και τις επισφάλειες, που συνεπάγεται γι’ αυτά η πιστωτική τους δραστηριότητα, προκειμένου να δικαιολογήσουν το δικαίωμά τους να συμφωνούν επιτόκια άνω των εξωτραπεζικών είναι εσφαλμένη. Και αυτό διότι μία τέτοια τακτική αποτελεί στην πραγματικότητα μετακύληση προς τον πελάτη-καταναλωτή των υποχρεώσεων και βαρών που φέρουν τα πιστωτικά ιδρύματα,  τα οποία ανήκουν, όμως, στην επιχειρηματική σφαίρα δράσης των τελευταίων. Βλ. όμως Γκούσκου, ΧρΙΔ 2002, 386-387, κατά την οποία η ποικιλία των τραπεζικών εργασιών και η μη δυνατότητα σύγκρισής τους προς τις εξωτραπεζικές εργασίες, δεν πρέπει να θέτουν τέτοιου είδους περιορισμούς στο ανώτατο όριο των τραπεζικών επιτοκίων.

[37] Βλ. Ψυχομάνη, Ανώτατα όρια τραπεζικών επιτοκίων στην καταναλωτική πίστη, Η προστασία του καταναλωτή στις τραπεζικές συμβάσεις (Πρακτικά 1ου συνεδρίου, Αθήνα, 7 Ιουνίου 2002), 119.

[38]  Βλ. και ΑΠ 652/2010, ΔΕΕ 2010, 943.

 

Αρχική ΝΟΜΙΚΗ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΕΠΙΤΟΚΙΑ ΑΡΘΡΟ ΕΙΔΗ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΕΠΙΤΟΚΙΩΝ