ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΩΡΗΣ ΕΞΟΦΛΗΣΗΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ

 

Αλεξία Κ. Μουτσιούλη

    Δικηγόρος

    LL.M Civil, Civil Procedure and Labour Law

 

 

HTML Online Editor Sample

I. ΠΡΟΩΡΗ ΕΞΟΦΛΗΣΗ

Α. Νομική Θεμελίωση του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης

Το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης δύναται να θεμελιώνεται στο νόμο ή σε ειδική συμφωνία των συμβαλλομένων μερών, ενόψει του άρθρου 361 ΑΚ, στο οποίο κατοχυρώνεται η θεμελιώδης για το ισχύον κοινωνικό και οικονομικό σύστημα αρχή της συμβατικής ελευθερίας. Στο πλαίσιο των πιστωτικών συναλλαγών, το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης σε συνδυασμό με το δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα, ρυθμίζεται συνήθως υπό τη μορφή ΓΟΣ, που αποτελεί επιμέρους όρο της σύμβασης πίστωσης[1], το κύρος του οποίου ελέγχεται βάσει του άρθρου 2 ν. 2251/1994.

 

1. Νομοθετική ρύθμιση του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης

1.1. Το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης στον ΑΚ

i.Σύμφωνα με το άρθρο 324§1 ΑΚ, όταν ο χρόνος της παροχής είναι ορισμένος, ήτοι όταν προκύπτει από ειδική διάταξη νόμου ή από συμφωνία των μερών ή τέλος συνάγεται από τις περιστάσεις και ιδίως από τη φύση της ενοχικής σχέσης, ότι η παροχή καθίσταται ληξιπρόθεσμη σε συγκεκριμένο χρόνο[2], ο οφειλέτης σε περίπτωση αμφιβολίας έχει δικαίωμα να εκπληρώσει την παροχή και πριν από το χρόνο αυτό. Η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί, συνεπώς, να εφαρμοστεί σε δικαιοπραξίες που τελούν υπό αναβλητική αίρεση, όχι, όμως, και όταν αυτές πρέπει να εκπληρωθούν εντός προθεσμίας.[3]

Πρόκειται για μία ρύθμιση, που συνιστά εκδήλωση της αρχής της εύνοιας προς τον οφειλέτη[4] και περιέχει ερμηνευτικό κανόνα δικαίου, αφού εφαρμόζεται μόνο σε όσες περιπτώσεις δεν προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση από το νόμο ή τη δικαιοπραξία[5]. Εν αμφιβολία, λοιπόν, αναγνωρίζεται στον οφειλέτη δικαίωμα προεκπλήρωσης της παροχής του, με την άσκησή του οποίου μπορεί να μεταβάλει μονομερώς τον καθορισμένο χρόνο παροχής, επισπεύδοντάς τον. Η πρόωρη αυτή εκπλήρωση συνεπάγεται την απόσβεση της ενοχής, ενώ σε περίπτωση άρνησης του δανειστή να λάβει την παροχή που του προσφέρεται προσηκόντως, ο τελευταίος περιέρχεται σε κατάσταση υπερημερίας[6]. Αν ο οφειλέτης προβεί σε πρόωρη καταβολή από άγνοια ή πλάνη, δεν δικαιούται να την αναζητήσει με βάση το άρθρο 905§2 ΑΚ[7].

Σε ότι αφορά το συμβατικό αποκλεισμό του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης, παρά το γράμμα της ανωτέρω διάταξης, γίνεται δεκτό[8] ότι ο οφειλέτης δικαιούται και πάλι στην περίπτωση αυτή να προβεί σε πρόωρη καταβολή, εφόσον τούτο είναι δυνατό και δεν αντίκειται στη φύση της παροχής. Θα πρέπει, όμως, να μην θίγονται τα συμφέροντα του δανειστή, με τον οφειλέτη να φέρει υποχρέωση αποζημίωσης του δανειστή για κάθε τυχόν ζημία που υφίσταται εξαιτίας της πρόωρης εξόφλησης. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, τυχόν άρνηση του δανειστή να δεχτεί την πρόωρη καταβολή συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά, που προσκρούει στα άρθρα 281 και 288 ΑΚ.

Η ως άνω θεσπιζόμενη εύνοια προς τον οφειλέτη περιστέλλεται σημαντικά με τη §2 του άρθρου 324, σύμφωνα με την οποία, εάν δεν συνάγεται κάτι άλλο από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, ο οφειλέτης δεν έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει προεξοφλητικό τόκο[9]. Καταρχήν, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η εν λόγω διάταξη αφορά τις ήδη υπαρκτές, γεννημένες, οφειλές.  Έτσι κατά την έναρξη της σύμβασης δανείου, υπαρκτή οφειλή αποτελεί το ποσό που ανέρχεται στο ύψος του αρχικού κεφαλαίου, όχι, όμως, και το συνολικό ποσό των τόκων. Οι τόκοι καταβάλλονται τμηματικά κατά τα τακτά χρονικά διαστήματα των δόσεων, όπως αυτά προσδιορίζονται στη σύμβαση δανείου. Κατά το χρόνο καταβολής κάθε δόσης, γεννάται αντίστοιχα και η υποχρέωση καταβολής ενός μέρους των τόκων[10]. Η ρύθμιση του άρθρου 324§2 ΑΚ δεν  αποσκοπεί στο να καταβληθούν και μη δεδουλευμένοι τόκοι για το χρονικό διάστημα που δεν έχει διανυθεί[11].

Το άρθρο 324§2 ΑΚ απαγορεύει την αφαίρεση από το αρχικό κεφάλαιο του ποσού που κερδίζει ο δανειστής από την πρόωρη εξόφληση (προεξόφλημα)[12]. Έστω, λοιπόν, ότι το κεφάλαιο του δανείου είναι 10.000 ευρώ και ο δανειολήπτης το καταβάλει πρώρα στην τράπεζα, για την ακρίβεια 7 χρόνια πριν τη συμφωνημένη λήξη. Με βάση το άρθρο 324§2 ΑΚ  δεν επιτρέπεται από το κεφάλαιο του δανείου να αφαιρεθεί το ποσό που κερδίζει η δανείστρια τράπεζα λόγω της πρόωρης εξόφλησης, επειδή έχει το κεφάλαιο νωρίτερα στη διάθεσή της και μπορεί να το αξιοποιήσει αλλού. Έτσι, έστω ότι το μέσο επιτόκιο αγοράς κατά τη χρονική στιγμή της πρόωρης εξόφλησης είναι 3% και η τράπεζα έχει κέρδος από την επανεπένδυση του κεφαλαίου αυτού 2.298 ευρώ. Το κέρδος αυτό, με βάση τα ανωτέρω, δεν δικαιούται ο δανειολήπτης να το αφαιρέσει από το κεφάλαιο των 10.000 ευρώ, επιστρέφοντας μόνο τα 7.702 ευρώ.

Είναι, όμως, διαφορετικό το ζήτημα του υπολογισμού του κέρδους της τράπεζας κατά την αποτίμηση της ζημίας που υφίσταται αυτή εξαιτίας της πρόωρης εξόφλησης, το οποίο θα αναλυθεί εκτενώς παρακάτω[13]. Έτσι, στο ως άνω παράδειγμα, κατά τον ακριβή προσδιορισμό της ζημίας, και ειδικότερα του διαφυγόντος κέρδους που υφίσταται η τράπεζα από τη μη καταβολή των μελλοντικών τόκων, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και να αφαιρεθεί το ποσό των 2.298 ευρώ, το οποίο συνιστά το όφελος της τράπεζας από την πρόωρη αξιοποίηση του κεφαλαίου στην χρηματαγορά[14].

ii.Από πληθώρα διατάξεων του ΑΚ (λ.χ. άρθρα 585 ΑΚ, 597ΑΚ, 766 ΑΚ, 672 ΑΚ) συνάγεται για τις διαρκείς συμβάσεις ένας γενικός κανόνας δικαίου, που αποτελεί εκδήλωση των επιταγών της καλής πίστης και θα ίσχυε ούτως ή άλλως χωρίς ειδική νομοθετική πρόβλεψη, σύμφωνα με τον οποίο κάθε συμβαλλόμενο μέρος μίας διαρκούς έννομης σχέσης έχει το δικαίωμα να λύσει μονομερώς τη σχέση αυτή, όταν συντρέχουν περιστατικά που καθιστούν τόσο επαχθή τη συνέχιση της συμβατικής δέσμευσης, ώστε κατά την καλή πίστη, να μην μπορεί να αξιωθεί η εξακολούθησή της. Σε τέτοιες περιπτώσεις επιτρέπεται η παρέκκλιση από την αρχή pactasuntservandaπου θεσπίζεται στο άρθρο 361 ΑΚ[15].

Ο σπουδαίος λόγος, μάλιστα, δεν απαιτείται να στηρίζεται σε υπαιτιότητα του αντισυμβαλλόμενου ή έλλειψη υπαιτιότητας από τη μεριά του καταγγέλλοντος[16]. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα άρθρα 674 και 725§2 ΑΚ, όπου μολονότι ο σπουδαίος λόγος ανάγεται στη σφαίρα επιρροής του καταγγέλλοντος, αναγνωρίζεται εντούτοις δικαίωμα καταγγελίας στον τελευταίο, υπό τον ορό αποκατάστασης της ζημίας που υφίσταται ο αντισυμβαλλόμενός του[17].

Εν προκειμένω, η κρατούσα στη νομολογία άποψη[18], αλλά και μερίδα της θεωρίας[19] αντιμετωπίζει στον τομέα της στεγαστικής πίστης το δικαίωμα της πρόωρης εξόφλησης του οφειλέτη ως ειδικότερη έκφανση του δικαιώματος έκτακτης καταγγελίας που απαντάται στις ενοχικές συμβάσεις ορισμένης διαρκείας, υποστηρίζοντας ότι ως σπουδαίος λόγος μπορεί να εκληφθεί οποιαδήποτε αλλαγή στην προσωπική ή οικονομική ζωή του δανειολήπτη, η οποία καθιστά επαχθή για αυτόν τη συνέχιση της σύμβασης δανείου για το μέλλον.

Κατά την υποστηριζόμενη εδώ θέση, η διατήρηση της διαρκούς  σύμβασης του δανείου, όταν η τελευταία καθίσταται αντικειμενικά ιδιαίτερα επαχθής για το δανειολήπτη, σε συνδυασμό με την οικονομική επιβάρυνση που αναλαμβάνει ο τελευταίος κατά κανόνα στις τραπεζικές συναλλαγές για την αποκατάσταση της ζημίας που υφίσταται η τράπεζα ένεκα της πρόωρης εξόφλησης, καθιστούν καταχρηστική και αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη την άρνηση του δικαιώματος καταγγελίας. Οι δυσμενείς συνέπειες που δημιουργούνται στο δανειοδότη από την καταγγελία, η οποία στηρίζεται σε λόγο, που προέρχεται από τη σφαίρα του δανειολήπτη-καταγγέλλοντος, αντισταθμίζονται συνεπώς από την πρόσθετη παροχή του καταγγέλλοντα[20], η οποία σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν μπορεί να υπερβεί την πραγματική ζημιά που υφίσταται ο καθ΄ ου η καταγγελία[21].

 

 

1.2. Το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης στον τομέα της καταναλωτικής πίστης

1.2.1. Προϊσχύον νομικό καθεστώς

Σε αντίθεση με τον τομέα της στεγαστικής πίστης, όπου δεν υφίσταται ειδική νομοθετική πρόβλεψη για το δικαίωμα της πρόωρης εξόφλησης, μ’ αποτέλεσμα θεωρία και νομολογία να θεμελιώνουν την άσκησή του στις γενικές διατάξεις του ΑΚ, στον τομέα της καταναλωτικής πίστης ο έλληνας νομοθέτης από πολύ νωρίς αναγνώρισε στον καταναλωτή το εν λόγω  δικαίωμα με τη θέσπιση του άρθρου 10§§2 και 3 της ΚΥΑ Φ 1-983/1991, που συνιστούσε μεταφορά στο ελληνικό δίκαιο του αντίστοιχου άρθρου 8 της Οδηγίας 87/102.

Συγκεκριμένα το άρθρο 8 εδ. α΄ της Οδηγίας 87/102 όριζε ότι «Ο καταναλωτής δικαιούται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις από την πιστωτική σύμβαση πριν να καταστούν ληξιπρόθεσμες». Η εν λόγω ρύθμιση παρουσίαζε μεγάλη ομοιότητα με τη διάταξη του άρθρου 324 ΑΚ, εντούτοις σε αντίθεση με την τελευταία, στο β΄ εδ. του άρθρου 8 παράλληλα με το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης θεσπιζόταν και το δικαίωμα μείωσης του συνολικού κόστους της πίστωσης. Η μείωση αυτή έπρεπε με βάση το γράμμα της κοινοτικής ρύθμισης, ενόψει και της αρχής της αναλογικότητας, να είναι εύλογη, ωστόσο δεν προβλεπόταν περαιτέρω κάποιος τρόπος υπολογισμού της[22]. Επιπλέον καμία νύξη δεν γινόταν σε ό,τι αφορά το δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα σε περίπτωση άσκησης του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης από τον καταναλωτή, μ’ αποτέλεσμα την διαμόρφωση έντονων διαφορών στις εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών ως προς το εν λόγω νομικό ζήτημα[23].

Ο έλληνας νομοθέτης κατά τη θέσπιση του αντίστοιχου άρθρου 10§2 της ΚΥΑ Φ 1-983/1991 προχώρησε ένα βήμα πιο πέρα, συμπεριλαμβάνοντας στη διάταξη και μία μέθοδο υπολογισμού της μείωσης του συνολικού κόστους της πίστωσης που δικαιούται ο καταναλωτής σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης. Η μείωση αυτή συνίστατο ειδικότερα στη διαφορά ανάμεσα στο υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό κατά την ημέρα της εξόφλησης και την παρούσα αξία του οφειλόμενου ποσού κατά την ίδια ημέρα, υπολογιζόμενη με τη μέθοδο του ανατοκισμού[24]. Η δε παρούσα αξία προσδιοριζόταν βάσει του επιτοκίου, με το οποίο εκείνη την ημέρα ο πιστωτικός φορέας επιβάρυνε τη σύναψη νέων πιστωτικών συμβάσεων[25]. Επρόκειτο για έναν αρκετά περίπλοκο τρόπο υπολογισμού, ο οποίος δέχτηκε έντονη κριτική από τη θεωρία[26], διότι δεν στηριζόταν σε αντικειμενικά κριτήρια, αλλά στην επιτοκιακή πολιτική του εκάστοτε πιστωτικού φορέα, όπως αυτή καθοριζόταν από το δικό του λειτουργικό κόστος και τη δική του χρηματοδότηση από άλλες πηγές, δηλαδή από εξατομικευμένα στοιχεία της πιστοδοτούσας επιχείρησης.

Στο άρθρο 10§3 της ΚΥΑ Φ 1-983/1991 θεσπίστηκε επιπρόσθετα ως προϋπόθεση για τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης η προηγούμενη κοινοποίηση σχετικής έγγραφης δήλωσης του καταναλωτή στον πιστωτικό φορέα. Ως ημερομηνία εξόφλησης θεωρείτο η πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την παρέλευση 30 εργάσιμων ημερών από την ημέρα της κοινοποίησης, εκτός εάν ο καταναλωτής είχε ρητά ζητήσει άλλη μεταγενέστερη ημερομηνία.

 

1.2.2. Ισχύον νομικό καθεστώς

Στο άρθρο 10§2 στοιχ. ιη΄ τηςΥ.Α. Ζ1-699/2010 θεσπίζεται πλέον ως υποχρεωτική η συμβατική ρύθμιση του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης. Στην εν λόγω διάταξη προβλέπεται ότι στο ελάχιστο περιεχόμενο της πιστωτικής σύμβασης, πρέπει να περιλαμβάνεται υποχρεωτικά όρος σχετικά με τους όρους άσκησης του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης του καταναλωτή, τη διαδικασία πρόωρης εξόφλησης, καθώς και, όταν συντρέχει περίπτωση, το δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα και τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης αυτής.

Δεν επιτρέπεται η συμφωνία των συμβαλλομένων μερών να περιέχει λιγότερο ευνοϊκούς για τον καταναλωτή όρους, από αυτούς που προβλέπονται στο άρθρο 16 τηςΥ.Α. Ζ1-699/2010, το οποίο συνιστά  μεταφορά αντίστοιχα του άρθρου 16 τηςΟδηγίας 2008/48, που ρυθμίζειαναλυτικά το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης του καταναλωτή σε συνδυασμό με το δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα. Οποιαδήποτε απόκλιση σε βάρος του καταναλωτή, ισοδυναμεί με παραίτηση του τελευταίου από τη συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση, η οποία και απαγορεύεται ρητά στο άρθρο 21 της Υ.Α. Ζ1-699/2010[27].

Αξίζει να σημειωθεί ότι το άρθρο 16 της Οδηγίας 2008/48, ειδικά σε ότι αφορά το δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα, αποτέλεσε αντικείμενο οξείας αντιπαράθεσής τόσο μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής όσο και μεταξύ των κρατών μελών, ενώ μέχρι να λάβει την τελική του μορφή υπέστη πολλές και σημαντικές αλλαγές[28]. Αρκετά κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένου και της Ελλάδας, είχαν εξαρχής ταχθεί κατά της αναγνώρισης του δικαιώματος αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα, υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν συνάδει με τον σκοπό της Οδηγίας, διότι οδηγεί σε χειροτέρευση της θέσης των καταναλωτών. Αντιθέτως, προέκριναν ότι η μη καταβολή αποζημίωσης στον πιστωτικό φορέα θα συνέδραμε αποφασιστικά στη δημιουργία μίας περισσότερο ανταγωνιστικής και δυναμικής αγοράς καταναλωτικής πίστης[29].

Υπήρξε, ωστόσο, έντονη αντίδραση από μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο επέμεινε στην αναγνώριση δικαιώματος αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα σε κάθε περίπτωση, υπό τον όρο αυτή να είναι δίκαιη και αντικειμενική. Ως επιχείρημα προέβαλε το ότι «μία γενική και χωρίς κανένα κόστος πρόωρη εξόφληση θα απέβαινε σε τελική ανάλυση σε βάρος των καταναλωτών που έχουν αναλάβει σταθερές υποχρεώσεις και τηρούν το χρονοδιάγραμμα της σύμβασης πίστωσης. Αν ο καταναλωτής επιθυμεί να έχει τη δυνατότητα πρόωρης εξόφλησης, μπορεί να κάνει ειδική συμφωνία δεχόμενος ενδεχομένως υψηλότερο επιτόκιο. Δεδομένου ότι είναι βασική αρχή του δικαίου ότι οι συμβάσεις πρέπει να τηρούνται (pactasuntservanta), η δυνατότητα πρόωρης εξόφλησης υφίσταται μόνο κατ’ εξαίρεση, δηλαδή όταν τούτο επιβάλλεται από δικαιολογημένα συμφέροντα του καταναλωτή»[30].

 

α. Όροι άσκησης του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης(άρθρο 16§1 εδ. α΄)

Ο κοινοτικός νομοθέτης στο άρθρο 16§1 εδ. α΄ της νέας Οδηγίας επανέλαβε τον γενικό κανόνα της προεκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων του καταναλωτή, εισάγοντας, όμως, δύο σημαντικές διευκρινήσεις σε ό,τι αφορά το χρόνο άσκησης του δικαιώματος και την έκτασή του.

i. Χρόνος άσκησης του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης:Από το γράμμα της κοινοτικής ρύθμισης, προκύπτει με σαφήνεια ότι ο καταναλωτής δικαιούται να εκπληρώσει πρόωρα τις υποχρεώσεις του από την πιστωτική σύμβαση «ανά πάσα στιγμή». Η επισήμανση αυτή αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των περιορισμών που τίθενται στην άσκηση του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης με ρήτρες που είτε το αποκλείουν ολοσχερώς για ορισμένο χρονικό διάστημα από την έναρξη της σύμβασης, είτε επιβάλλουν προθεσμίες προειδοποίησης, είτε τέλος επιτρέπουν την άσκησή του μόνο κατά τις προβλεπόμενες ημερομηνίες λήξης «των δόσεων» της παρασχεθείσας πίστωσης[31].

ii.Έκτασητου δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης: Περαιτέρω διευκρινίζεται ότι το δικαίωμα προεκπλήρωσης του καταναλωτή μπορεί να αφορά «το σύνολο ή μέρος των υποχρεώσεων» που απορρέουν από τη σύμβαση πίστωσης. Καθίσταται σαφές, λοιπόν, ότι η πρόωρη εξόφληση μπορεί να μην αφορά μόνο το σύνολο της οφειλής, αλλά και μέρος αυτής. Πρόκειται για μία αντικειμενικά εύλογη ρύθμιση, καθότι θα ήταν άδικο για το δανειολήπτη που έχει δυνατότητα να αποπληρώσει πρόωρα μερικές μόνο δόσεις, να μην μπορεί να επωφεληθεί από μία αντίστοιχη μείωση του συνολικού κόστους της πίστωσης[32]. Εισάγεται με τον τρόπο αυτό σαφής απόκλιση από το γενικό κανόνα του άρθρου 316 ΑΚ που δεν αναγνωρίζει στον οφειλέτη το δικαίωμα μερικής εκπλήρωσης της παροχής.

Η εν λόγω κοινοτική ρύθμιση ενσωματώθηκε αυτούσια, χωρίς διαφοροποιήσεις, στο ελληνικό δίκαιο με τη θέσπιση του άρθρου 16 §1 εδ. α΄ τηςΥ.Α. Ζ1-699/2010. Ορθά ο έλληνας νομοθέτης δεν διατήρησε την υποχρέωση προηγούμενης, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, ειδοποίησης του πιστωτικού φορέα, που προβλεπόταν στην προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 10§2 της ΚΥΑ Φ 1-983/1991, καθότι συνιστούσε περιορισμό στο χρόνο άσκησης του δικαιώματος, ο οποίος πλέον δεν συμβαδίζει με τη νέα ρύθμιση.

 

β. Συνέπειες από την άσκηση του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης (άρθρο 16§§1 εδ. β΄, 2)

Η άσκηση του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης συνεπάγεται αφενός για τον καταναλωτή τη γέννηση δικαιώματος μείωσης του συνολικού κόστους της πίστωσης, αφετέρου για τον πιστωτικό φορέα τη γέννηση δικαιώματος αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας που υφίσταται λόγω της πρόωρης αποπληρωμής.

i. Δικαίωμα του καταναλωτή για μείωση του συνολικού κόστους της πίστωσης:Με βάση το άρθρο 3 στοιχ. ζ΄ της Οδηγίας 2008/48 το συνολικό κόστος της πίστωσης περιλαμβάνει για τον καταναλωτή το σύνολο των επιβαρύνσεων, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, των φόρων και των κάθε είδους αμοιβών, που καλείται να καταβάλει ο καταναλωτής και γνωρίζει ο πιστωτικός φορέας, εξαιρουμένων των συμβολαιογραφικών δαπανών.

Με το άρθρο 16§1 εδ. β΄ της Οδηγίας 2008/48, όπως αυτό ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το άρθρο 16 §1 εδ. β΄ τηςΥ.Α. Ζ1-699/2010,διατηρείται σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης το δικαίωμα του καταναλωτή για μείωση του συνολικού κόστους της πίστωσης, η οποία, όμως, πλέον συνίσταται στην πλήρη απαλλαγή του καταναλωτή από τους τόκους και τις επιβαρύνσεις για το εναπομένον χρονικό διάστημα της σύμβασης. Με τη νέα αυτή ρύθμιση παρακάμπτονται οι δυσχέρειες της περίπλοκης μεθόδου υπολογισμού της μείωσης, που προβλεπόταν στο  προϊσχύον άρθρο 10§2 της ΚΥΑ Φ 1-983/1991[33].

ii. Δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα:Η καινοτομία της νέας Οδηγίας συνίσταται στη ρητή κατοχύρωση στο άρθρο 16§2 της Οδηγίας 2008/48 του δικαιώματος αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα ως αντιστάθμισμα της ζημίας που υφίσταται εξαιτίας της πρόωρης εξόφλησης σε ό,τι αφορά ιδίως την απώλεια του προσδοκώμενου από τη συγκεκριμένη πίστωση κέρδους και το κόστος επανεπένδυσης των κεφαλαίων του. Το δικαίωμα αυτό αν και δεν αποκλειόταν, δεν αναγνωριζόταν, εντούτοις, ρητά από την Οδηγία 87/102, με αποτέλεσμα κατά την ενσωμάτωση της συγκεκριμένης διάταξης να διαμορφωθούν έντονες διαφορές στις εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών σε ό,τι αφορά την ύπαρξη και ρύθμιση του εν λόγω δικαιώματος[34].

 

ΙΙ. ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΦΟΡΕΑ

 

Α. Γενικά

Η πίστωση αποτελεί προσωρινή, για ορισμένο χρονικό διάστημα, παραχώρηση αγοραστικής δύναμης με την πίστη της μελλοντικής επιστροφής της. Η σύμβαση, δυνάμει της οποίας το ένα συμβαλλόμενο μέρος υποχρεούται να ενισχύσει προσωρινά την αγοραστική δύναμη του άλλου μέρους καλείται πιστωτική σύμβαση[35]. Στις πιστωτικές συναλλαγές, ιδίως στα τραπεζικά δάνεια, είθισται η πίστωση να χορηγείται έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, που καλείται τόκος[36], ο οποίος παρέχεται ως αντιστάθμισμα της αποστέρησης της αγοραστικής δύναμης που υφίσταται ο πιστωτικός φορέας χάριν του πιστολήπτη[37].

Ο τόκος αποτελεί πρόσοδο της απαιτήσεως του κεφαλαίου και παράγεται μόνο ενόψει της απαιτήσεως αυτής. Μολονότι, όμως, η παροχή των τόκων σε επίπεδο σύμβασης έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια απαίτηση του κεφαλαίου, εντούτοις, από οικονομικής πλευράς ορώμενη, έχει βαρύνουσα σημασία, διότι αποτελεί το προσδοκώμενο από τον πιστωτικό φορέα κέρδος και συνιστά το λόγο, για τον οποίο ο πιστωτικός φορέας προβαίνει στην παραχώρηση κεφαλαίου στον πιστολήπτη[38].

Ο πιστωτικός φορέας, στο πλαίσιο της δραστηριότητάς του, δανείζεται ο ίδιος κεφάλαια με ποικίλους όρους από διάφορες πηγές, όπως λ.χ. με έκδοση τίτλων, με αποδοχή καταθέσεων ή με προσφυγή στη διατραπεζική αγορά, και στη συνέχεια επενδύει τα κεφάλαια αυτά, παρέχοντας, συν τοις άλλοις, πιστώσεις στους καταναλωτές. Ο κυριότερος στόχος του πιστωτικού φορέα μετά την κάλυψη του δικού του κόστους δανεισμού, των λειτουργικών του εξόδων και του κινδύνου αφερεγγυότητας μέρους της πελατείας του, είναι ο προσπορισμός κέρδους, ο οποίος στις πιστώσεις που χορηγεί επιτυγχάνεται μέσω της επιβολής τόκων. Για την υλοποίηση του στόχου αυτού είναι αναγκαία η τήρηση ενός λεπτομερούς σχεδιασμού των χρηματοροών του, για τη λειτουργία του οποίου καθοριστική σημασία έχει η χρονική κατανομή των έντοκων δόσεων αποπληρωμής των πιστώσεων. Η πρόωρη, όμως, εξόφληση της πίστωσης συνεπάγεται για τον πιστωτικό φορέα τη διατάραξη του σχεδιασμού διαχείρισης των κεφαλαίων του, καθώς και την πρόκληση ενδεχομένως οικονομικής ζημίας σε αυτόν, όταν οι επικρατούσες στη χρηματαγορά συνθήκες δεν επιτρέπουν μία εξίσου αποδοτική επανατοποθέτηση του επιστραφέντος κεφαλαίου[39].

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο πιστολήπτης, εκτός από το αρχικό κεφάλαιο και τους ληξιπρόθεσμους τόκους, καταβάλει και μία επιπρόσθετη χρηματική παροχή-αποζημίωση ως αντιστάθμισμα της οικονομικής ζημίας που υφίσταται ο πιστωτικός φορές ένεκα της πρόωρης εξόφλησης. Αποκαθίστανται κατ’ αυτόν τον τρόπο η δυσαρμονία στη διαταραχθείσα λόγω της πρόωρης εξόφλησης έννομη σχέση των συμβαλλομένων μερών, με την πρόωση λύση της πιστωτικής σύμβασης να καθίσταται όχι μόνο έγκυρη και θεμελιωμένη στο νόμο, αλλά και δικαιοπολιτικά ορθή[40].

Για τον προσδιορισμό της οικονομικής ζημίας που υφίσταται ο πιστωτικός φορέας λόγω της πρόωρης εξόφλησης λαμβάνονται υπόψη πολλές συνισταμένες: η δυνατότητα επανεπένδυσης του επιστραφέντος κεφαλαίου στη χρηματαγορά, η απόδοση της  επανεπένδυσης αυτής, η μείωση της ανάγκης που έχει η τράπεζα να χρηματοδοτηθεί πάλι από την κεφαλαιαγορά-χρηματαγορά και του οφέλους που προκύπτει από αυτήν, η μείωση για τον πιστωτικό φορέα του λειτουργικού κόστους και η μείωση έκθεσης της σε πιστωτικό κίνδυνο σε χρονικό διάστημα που αντιστοιχεί στο εναπομείναν μη διανυθέν διάστημα της σύμβασης πίστωσης. Δεν αποκλείεται, όμως, οι επικρατούσες στη χρηματαγορά συνθήκες να μειώνουν ή ακόμα και να εκμηδενίζουν την απώλεια που υφίσταται ο πιστωτικός φορέας εξαιτίας της πρόωρης εξόφλησης, μ’ αποτέλεσμα στην τελευταία περίπτωση να μην δικαιολογείται η υποχρέωση καταβολής πρόσθετης αποζημιωτικής παροχής[41].

 

 

Γ. Η ρύθμιση του δικαιώματος αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα στην Οδηγία 2008/48

 

1. Οι διέπουσες την εφαρμοζόμενη μέθοδο αποζημίωσης αρχές

Στην κοινή θέση του Συμβουλίου [42] αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι κατά τον προσδιορισμό της ζημίας που υφίσταται ο πιστωτικός φορέας λόγω της πρόωρης εξόφλησης πρέπει, σύμφωνα και με τους κοινά παραδεκτούς κανόνες περί συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους που συνδέονται αιτιωδώς με το ζημιογόνο γεγονός[43], να λαμβάνονται υπόψη τα ποσά που ενδεχομένως εξοικονόμησε ο πιστωτικός φορέας από την πρόωρη επιστροφή του πιστωθέντος κεφαλαίου, όπως λ.χ. η αναλογική μείωση του λειτουργικού κόστους για το μη δεδουλευμένο χρονικό διάστημα της πίστωσης, η αναλογική μείωση του χρονικού επισφάλειας λόγω του μειωμένου χρόνου έκθεσης του φορέα στον πιστωτικό κίνδυνο, η αποφυγή συμπλήρωσης της κεφαλαιακής του επάρκειας με πρόσθετο δανεισμό από την κεφαλαιαγορά κλπ[44].

Ενόψει όλων των προαναφερθέντων μεταβλητών παραμέτρων[45], ο ακριβής προσδιορισμός της πραγματικής οικονομικής ζημίας που υφίσταται ο πιστωτικός φορέας μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα δυσχερής στην πράξη. Η παράθεση δε λεπτομερώς της μεθόδου υπολογισμού της ζημίας αυτής, μόνο θεωρητικά θα επωφελούσε τον καταναλωτή, αφού λόγω της λογιστικής πολυπλοκότητας της δεν θα επέτρεπε στον καταναλωτή να αντιληφθεί τελικώς το βαθμό της πιθανής επιβάρυνσής του[46]. Για το λόγο αυτό στο τελικό κείμενο της Οδηγίας 2008/48 υπογραμμίζεται η ανάγκη απλότητας και σαφήνειας της μεθόδου υπολογισμού της αποζημίωσης, η οποία θα πρέπει ειδικότερα να διέπεται από τις εξής τέσσερεις αρχές: να είναι διαφανής, κατανοητή τόσο πριν τη σύναψη όσο και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της πιστωτικής σύμβασης, εύκολη στην εφαρμογή της από τους πιστωτές και να διευκολύνει τον εποπτικό έλεγχο της αποζημίωσης από τις αρμόδιες αρχές[47].

Εξάλλου για λόγους διαφάνειας ο κοινοτικός νομοθέτης προβλέπει στο άρθρο 10§2 στ. ιη΄ της Οδηγίας, το οποίο ενσωματώνεται αντίστοιχα στο ελληνικό δίκαιο με το άρθρο 10§2 στ. ιη΄ της16 Υ.Α. Ζ1-699/2010,την υποχρέωση σαφούς και επαρκούς ενημέρωσης του καταναλωτή περί του τρόπου καθορισμού της αποζημίωσης στο ίδιο το έντυπο της πιστωτικής σύμβασης. Στην πράξη, συνεπώς, η ευθύνη του καταναλωτή προς αποζημίωση θα θεμελιώνεται σε ειδική γραπτή συμφωνία των συμβαλλομένων μερών, με αποτέλεσμα αυτή να φέρει πρωτογενή χαρακτήρα[48].

 

2. Όροι του δικαιώματος αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα (άρθρο 16§§2 εδ. α΄)

 

α) Εύλογη και αντικειμενικώς αιτιολογημένη αποζημίωση

 Η αποζημίωση του πιστωτικού φορέα πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 16§2 εδ. α΄ της Οδηγίας 2008/48 να είναι εύλογη και αντικειμενικώς αιτιολογημένη. Θεωρείται δε η αποζημίωση εύλογη, όταν είναι δίκαιη και λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα και των δύο συμβαλλομένων μερών, και αντικειμενική, όταν αποσκοπεί στην αποκατάσταση της ζημίας που τελεί σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με την άσκηση του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης του καταναλωτή[49].  Η πρόωρη εξόφληση πρέπει, με άλλα λόγια, να αποτελεί το γενεσιουργό της αποζημίωσης λόγο. Όπως πολύ ορθά επισημαίνεται στη Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 16/17-7-2003 η αποζημίωση πρέπει να αφορά αποκλειστικά και μόνο τις επιβαρύνσεις έναρξης και διαχείρισης της πίστωσης κατανεμημένες στις συνολικές παροχές, τους κινδύνους που συνδέονται με το επιτόκιο αναχρηματοδότησης του δανειολήπτη και τον κίνδυνο της ανάγκης επανατοποθέτησης του κεφαλαίου με χαμηλότερο επιτόκιο[50].

Το κείμενο της Οδηγίας αναφέρεται συγκεκριμένα στην αποκατάσταση των ενδεχόμενων εξόδων που έχουν άμεση σχέση με την πρόωρη εξόφληση, όρος που μπορεί να δημιουργήσει την εσφαλμένη εντύπωση ότι αποκαταστατέα είναι μόνο η θετική και όχι η αποθετική ζημία που υφίσταται ο πιστωτικός φορέας από τη μη επανεπένδυση ή τυχόν επανεπένδυση με μικρότερο επιτόκιο του πρόωρα επιστραφέντος κεφαλαίου[51]. Πρόκειται, εντούτοις, για ανεπιτυχή απόδοση του αγγλικού κειμένου, στο οποίο δεν χρησιμοποιείται ο όρος «expenses», αλλά ο όρος «costs», που περιλαμβάνει τις πάσης φύσεως οικονομικές απώλειες και όχι μόνο τις ήδη συντελεσθείσες δαπάνες του πιστωτικού φορέα[52].

Εξάλλου, η στενή γραμματική ερμηνεία της διάταξης θα καθιστούσε την αναγνώριση του δικαιώματος αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα άνευ πρακτικής σημασίας, αφού η ζημία που υφίσταται ο πιστωτικός φορέας εξαιτίας της πρόωρης εξόφλησης συνίσταται ως επί το πλείστον στα διαφυγόντα κέρδη από τη μη επωφελή επανεπένδυση του επιστραφέντος κεφαλαίου[53]. Για το λόγο αυτό ο κοινοτικός νομοθέτης θέτει ως επιπλέον όρο η πρόωρη εξόφληση να συντελείται εντός χρονικού διαστήματος, για το οποίο έχει συμφωνηθεί σταθερό επιτόκιο, η διάκριση δε σε σταθερό και κυμαινόμενο επιτόκιο παίζει σημαντικό ρόλο, όπως θα δούμε παρακάτω[54], κυρίως για τον προσδιορισμό της αποθετικής ζημίας που υφίσταται ο πιστωτικός φορέας.

Υπέρ της υποστηριζόμενης εδώ ερμηνευτικής προσέγγισης συνηγορεί και το γεγονός ότι στην αντίστοιχη διάταξη της κοινής θέσης του Συμβουλίου[55] είχε τεθεί ως προϋπόθεση για την αξίωση αποζημίωσης από τον πιστωτικό φορέα η απόδειξη  εκ μέρους του της πτωτικής τάσης του επιτοκίου αναφοράς που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη πράξη αναχρηματοδότησής της, η οποία διενεργείται πριν τη πρώτη ημερολογιακή ημέρα του τρέχοντος εξαμήνου κατά τη στιγμή της πρόωρης εξόφλησης σε σχέση με το ισχύον επιτόκιο κατά τη σύναψη της πιστωτικής σύμβασης[56].Η εν λόγω ρύθμιση θα στερείτο νοήματος, εάν η αποζημίωση δεν κάλυπτε τα τυχόν διαφυγόντα κέρδη του πιστωτικού φορέα από τη διαφορά του επιτοκίου[57].

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προσανατολιζόμενο προς τον κανόνα του συγκεκριμένου υπολογισμού και της κάλυψης της πραγματικής ζημίας, διέγραψε τελικά την παραπομπή στο επιτόκιο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και πρόσθεσε στο άρθρο 16§4 στ. β΄ (εδ. α΄ και β΄) τη δυνατότητα των κρατών μελών να εισαγάγουν διάταξη, με την οποία οι πιστωτές μπορούν κατ’ εξαίρεση να αξιώσουν αποζημίωση υψηλότερη από τα ανώτατα όρια, αν η πραγματική τους ζημία υπερβαίνει αυτά, ενώ οι καταναλωτές μπορούν να ζητήσουν μείωση της αποζημίωσης, αν μπορούν να αποδείξουν το αντίθετο[58]. Ειδικά σε ό,τι αφορά την αξιωθείσα μείωση της αποζημίωσης, αυτή συνίσταται σύμφωνα με το εδ. γ΄ της ίδιας διάταξης στη «διαφορά μεταξύ του αρχικώς συμφωνηθέντος επιτοκίου με το επιτόκιο κατά το οποίο ο πιστωτικός φορέας είναι σε θέση να δανείσει στην αγορά το ποσό που εξοφλήθηκε πρόωρα, λαμβάνει δε υπόψη τον αντίκτυπο της πρόωρης εξόφλησης στα διοικητικά έξοδα».

Η ανωτέρω κοινοτική διάταξη επικρίθηκε έντονα[59], καθότι θέσπιζε σε βάρος του καταναλωτή την υποχρέωση διενέργειας σύνθετων λογιστικών υπολογισμών και επεξεργασίας δεδομένων (δυνητικό επιτόκιο μελλοντικών δανείων, διοικητικά έξοδα κ.λ.π.), στα οποία ο καταναλωτής δεν έχει πρόσβαση, καθιστώντας αδύνατη στην πράξη την απόδειξη τυχόν μικρότερης πραγματικής ζημίας του πιστωτικού φορέα. Για το λόγο αυτό ο έλληνας νομοθέτης κάνοντας χρήση της διακριτικής ευχέρειας που του χορηγούσε η κοινοτική διάταξη, αποφάσισε τελικά να μην ενσωματώσει την εν λόγω διάταξη στο άρθρο 16 της Υ.Α.  Ζ1-699/2010.

Από τη συνολική εκτίμηση της ρύθμισης του άρθρου 16§2 εδ. α΄ της Οδηγίας 2008/48αντιλαμβάνεται κανείς ότι το δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα δεν έχει κυρωτικό ή αποτρεπτικό, αλλά καθαρά αποκαταστατικό χαρακτήρα, αφού με αυτό επιδιώκεται η παροχή ενός αντισταθμίσματος στον πιστωτικό φορέα, ικανού να εξισορροπήσει την πραγματική ζημία που έχει υποστεί αυτός από την πρόωρη εξόφληση[60]. Η ίδια άποψη απαντάται και στο παρεμφερές ζήτημα πρόωρης εξόφλησης στεγαστικών δανείων, τα οποία, όπως είδαμε ανωτέρω[61], έχουν εξαιρεθεί από το προστατευτικό πεδίο της Οδηγίας ενόψει του μακροπρόθεσμου και ενυπόθηκου χαρακτήρα του συγκεκριμένου είδους χρηματοδότησης. Αρκετές, λοιπόν, δικαστικές αποφάσεις[62] επισημαίνουν ότι η τράπεζαζημιώνεται από την πρόωρη εξόφληση και λύση του στεγαστικού δανείου, «συνεπώς δικαίως αξιώνει αποκατάσταση της ζημίας αυτής από τον δανειολήπτη». Πρόκειται δε για αποζημίωση και όχι για κάποιο είδος «ποινής»[63] ή «αντιπαροχής»[64], αφού η πρόωρη εξόφληση δεν αποτελεί παροχή της τράπεζας, αλλά άσκηση δικαιώματος του δανειολήπτη, ο οποίος υποχρεούται, ωστόσο, να εξισορροπήσει την προκαλούμενη ζημία. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να πρόκειται για πραγματική ζημία, ήτοι για ζημία που έχει ήδη επέλθει ή αναμένεται βασίμως να επέλθει στο μέλλον, την οποία πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει ο αιτούμενος την αποκατάστασή της[65]. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου το γεγονός ότι στον κατάλογο καταχρηστικών και ως εκ τούτου άκυρων ΓΟΣ που απαριθμούνται στο άρθρο 2 ν. 2251/1994 συγκαταλέγεται πλέον και κάθε όρος που θεσπίζει υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης στον προμηθευτή, χωρίς ο τελευταίος να υποχρεούται να επικαλεστεί και να αποδείξει τη ζημία που υπέστη (εδ. λβ΄)[66]. Αν παρόλα αυτά εξακολουθεί να υπάρχει αμφιβολία, εφαρμόζεται ανάλογα το ΑΚ 371 εδ. 1 (δίκαιη κρίση).

 

β) Σταθερό Επιτόκιο

 Περαιτέρω, το άρθρο 16§2 εδ.α΄ της Οδηγίας θέτει ως προϋπόθεση γέννησης του δικαιώματος αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα η πρόωρη εξόφληση να συντελείται εντός χρονικού διαστήματος, για το οποίο έχει καθορισθεί το χρεωστικό επιτόκιο. Η ίδια προϋπόθεση προβλέπεται και στο άρθρο 16§2 εδ. α΄ της Υ.Α. Ζ1-699/2010, όπου εκεί χρησιμοποιείται ξεκάθαρα πλέον ο όρος σταθερό επιτόκιο.

Η διάκριση των επιτοκίων σε σταθερά και κυμαινόμενα και ο τρόπος με τον οποίο επιδρά η διάκριση αυτή στον προσδιορισμό της αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα λόγω της πρόωρης εξόφλησης[67], έχει ήδη απασχολήσει την ελληνική νομολογία στο παρεμφερές ζήτημα της πρόωρης εξόφλησης στεγαστικών δανείων.  Παρά τις σημαντικές διαφοροποιήσεις που υπάρχουν ανάμεσα στις ενυπόθηκες και τις καταναλωτικές πιστώσεις,  τα επιχειρήματα και οι θέσεις που έχουν διατυπωθεί από τη συγκεκριμένη νομολογία ισχύουν αναλογικά και στην περίπτωση της πρόωρης εξόφλησης καταναλωτικής πίστης.

Στις πιστωτικές συμβάσεις με σταθερό επιτόκιο τα συμβαλλόμενα μέρη γνωρίζουν με ακρίβεια εκ των προτέρων τόσο το ύψος του κεφαλαίου, όσο και το ύψος των τόκων που θα κληθούν να καταβάλουν κατά τη διάρκεια της σύμβασης. Ο αμετάβλητος χαρακτήρας του σταθερού επιτοκίου επιτρέπει σε αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη να προβούν σε έναν ασφαλή οικονομικό σχεδιασμό σε ό,τι αφορά τις υποχρεώσεις και τα οφέλη που απορρέουν γι’ αυτά από την πίστωση. Ο σχεδιασμός αυτός, όμως, διαταράσσεται σημαντικά από τη μεριά του πιστωτή εξαιτίας της άσκησης του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης από τον πιστολήπτη. Η πρόωρη εξόφληση ενδέχεται να προκαλέσει ζημία στον πιστωτικό φορέα, όταν τα επιτόκια κατά τη στιγμή της πρόωρης εξόφλησης έχουν διαμορφωθεί συγκριτικά με το χρονικό σημείο κατάρτισης της σύμβασης σε χαμηλότερες τιμές[68]. Έχει κριθεί μάλιστα από τη νομολογία[69] ότι «το επιτρεπτό και νόμιμο της πρόσθετης αυτής παροχής του δανειολήπτη, σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης του ποσού του δανείου, υπολογίζεται με βάση το κόστος του δανεισμού που έχει ο δανειστής για το συγκεκριμένο κεφάλαιο και το αναμενόμενο κέρδος που έχει από τη χορήγηση του δανείου στο συγκεκριμένο καταναλωτή. Οι ενδεχόμενες ζημίες και τα διαφυγόντα κέρδη του δανειστή θα οφείλονται στη μείωση των επιτοκίων χορηγήσεων κατά την πρόωρη εξόφληση, αν με τις συνθήκες που επικρατούν κατ` αυτήν το κεφάλαιο δεν θα μπορεί να χορηγηθεί με επιτόκιο στο ίδιο ύψος με αυτό του πρόωρα ληγμένου δανείου. Κατά συνέπεια κριτήρια υπολογισμού της απώλειας του δανειστή, αν αυτός είναι Τράπεζα από την εξόφληση μέχρι την κανονική λήξη του δανείου, είναι ο χρόνος που απομένει από την προεξόφληση μέχρι την κανονική λήξη του δανείου, το ύψος των επιτοκίων κατά τη σύναψη και τη λήξη του δανείου και το λειτουργικό κόστος και το κόστος του πιστωτικού κινδύνου από τα οποία απαλλάσσεται η Τράπεζα με την προεξόφληση του δανείου»[70].

Αντιθέτως, η κατάσταση διαμορφώνεται τελείως διαφορετικά στα κυμαινόμενα επιτόκια, αφού η οικονομική θέση του πιστωτικού φορέα δεν μεταβάλλεται λόγω της πρόωρης εξόφλησης. Το κυμαινόμενο επιτόκιο προκαλεί διακυμάνσεις στην επιτοκιακή απόδοση του πιστωθέντος κεφαλαίου, που η πρόωρη εξόφληση δεν αλλοιώνει.  Έτσι, το χορηγηθέν ποσό με το κυμαινόμενο επιτόκιο έχει την ίδια απόδοση είτε το διατηρήσει ο ίδιος πιστολήπτης και δεν το προεξοφλήσει πρόωρα είτε το αναλάβει άλλος πιστολήπτης[71]. Προκύπτει, συνεπώς, ότι ο πιστωτής δεν δικαιούται αποζημίωσης λόγω της πρόωρης εξόφλησης στις πιστωτικές συμβάσεις με κυμαινόμενο επιτόκιο, κατ’ εξαίρεση δε θεμελιώνει τέτοιο δικαίωμα, όταν επικαλείται και αποδεικνύει αδυναμία επανατοποθέτησης του πρόωρα επιστραφέντος κεφαλαίου[72]. Εξάλλου, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης θα καθίστατο εν προκειμένω αδύνατος στην πράξη, αφού κατά τη χρονική στιγμή επέλευσης του υποτιθέμενου ζημιογόνου γεγονότος, της πρόωρης εξόφλησης, αδυνατεί ακόμα και ο ίδιος ο πιστωτής να προβλέψει τη διακύμανση των επιτοκίων μέχρι τη λήξη του δανείου[73].

Κατόπιν τούτων γίνεται αντιληπτός ο λόγος για τον οποίο στο άρθρο 16§2 της Οδηγίας 2008/48 η αξίωση αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα εξαρτάται από τον όρο «η πρόωρη εξόφληση να πραγματοποιείται εντός χρονικού διαστήματος για το οποίοέχει καθορισθεί το χρεωστικό επιτόκιο». Η εν λόγω γραμματική διατύπωση της ρύθμισης είχε προκαλέσει αρχικώς έντονα ερμηνευτικά προβλήματα, αφού δεν προέκυπτε με σαφήνεια αν αφορούσε μόνο το σταθερό επιτόκιο ή και τα δύο είδη επιτοκίου[74].  Ανατρέχοντας, ωστόσο, κανείς στο αγγλικό κείμενο της Οδηγίας, εκεί συναντά την εξής διατύπωση «…theearlyrepaymentfallswithinaperiodforwhichtheborrowingrateisfixed[75]». Στο δε άρθρο 3 περ. κ΄ της Οδηγίας (αγγλικό κείμενο) ο όρος «fixedborrowingrate»  χρησιμοποιείται για να αποδώσει την έννοια του σταθερού επιτοκίου. Είναι σαφές από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θεσπίζει δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα μόνο για το χρονικό διάστημα που έχει καθοριστεί σταθερό επιτόκιο[76]. Προς αυτή την κατεύθυνση συνηγορεί και το άρθρο 16§3 της Οδηγίας, που αποκλείει τη χορήγηση αποζημίωσης στην περίπτωση που η πρόωρη εξόφληση πραγματοποιείται εντός περιόδου, για την οποία δεν έχει καθορισθεί χρεωστικό επιτόκιο, ρύθμιση που στο αγγλικό κείμενο διατυπώνεται ως εξής «…therepaymentfallswithinaperiodforwhich  theborrowrateisnotfixed»[77], [78].Το ως άνω ερμηνευτικής φύσεως ζήτημα διευθετήθηκε εντέλει κατά τη μεταφορά της Οδηγίας στο ελληνικό δίκαιο, καθώς ο Έλληνας νομοθέτης, προς άρση οποιασδήποτε αμφισβήτησης, χρησιμοποίησε ξεκάθαραστο άρθρο 16§2 εδ. α΄ της Υ.Α. Ζ1-699/2010 τον όρο σταθερό επιτόκιο.

3. Περιορισμοί του δικαιώματος αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα (άρθρο 16§§2 εδ. β΄ και 5)

Στην προσπάθειά του να προστατεύσει τον μη εξοικειωμένο με σύνθετους λογιστικούς υπολογισμούς καταναλωτή από τυχόν αυθαιρεσίες του πιστωτικού φορέα κατά τον προσδιορισμό της αποζημίωσης, ο κοινοτικός νομοθέτης θέσπισε στις παρ. 2 εδ. β΄ και 5 του άρθρου 16 της Οδηγίας 2008/48,  δύο ειδών περιορισμούς σε ό,τι αφορά το ανώτατο όριο αυτής[79]. Ειδικότερα:

i.  Επειδή η καταναλωτική πίστη, λόγω της διάρκειας και του μεγέθους της, δεν χρηματοδοτείται μέσω μηχανισμών μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης, στο άρθρο 16§2 εδ. β΄ της Οδηγίας καθορίζεται ανώτατο όριο αποζημίωσης με τη μορφή πάγιου ποσοστού[80], το οποίο δεν δύναται να υπερβαίνει το 1% του τμήματος της πίστωσης που εξοφλείται πρόωρα, εφόσον η χρονική περίοδος μεταξύ της πρόωρης εξόφλησης και της συμφωνηθείσας λήξης της σύμβασης πίστωσης υπερβαίνει το ένα έτος. Όταν το εναπομείναν μη διανυθέν χρονικό διάστημα της σύμβασης είναι μικρότερο του έτους, το ανωτέρω ποσοστό διαμορφώνεται στο 0,5%. Ενόψει του ενδεχομένου σε μία πίστωση να εναλλάσσεται το επιτόκιο από σταθερό σε κυμαινόμενο ή και αντίστροφά, ακριβέστερο θα ήταν να ορίζεται επιπλέον ότι καθ’ όλο το μη διανυθέν χρονικό διάστημα που λαμβάνεται ως βάση αναφοράς το επιτόκιο θα πρέπει να παραμένει σταθερό[81].

ii.  Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 16§5 της Οδηγίας δεν επιτρέπεται η αποζημίωση να υπερβαίνει το ποσό των τόκων που θα είχε καταβάλει ο καταναλωτής κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της πρόωρης αποπληρωμής και της συμφωνηθείσας λήξης της σύμβασης πίστωσης. Σε αντίθεση με το άρθρο 16§1 της Οδηγίας, στην προκείμενη διάταξη δεν λαμβάνονται υπόψη και τα έξοδα που έχουν άμεση σχέση με την πρόωρη εξόφληση της πίστωσης, από την καταβολή των οποίων επίσης απαλλάσσεται ο καταναλωτής επί πρόωρης εξόφλησης. Δεδομένου ότι ratio του άρθρου 16§5 της Οδηγίας είναι να μην υποχρεωθεί ο καταναλωτής σε αποζημίωση μεγαλύτερη της κατ’ άρθρο 16§1 μείωσης του συνολικού κόστους της πίστωσης, το άρθρο 16§5 της Οδηγίας θα πρέπει να υποβληθεί σε διορθωτική ερμηνεία και το ανώτατο όριο που εισάγει να καθοριστεί στο ποσό των τόκων και των σχετικών εξόδων που θα είχε καταβάλει ο καταναλωτής κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της πρόωρης εξόφλησης και της συμφωνηθείσας ημερομηνίας λήξης της σύμβασης πίστωσης.

Διερωτάται κανείς τι θα συμβεί στην περίπτωση που το 1% ή 0,5% του τμήματος της πίστωσης που εξοφλείται πρόωρα ξεπερνάει το ποσό των τόκων που θα είχε καταβάλει ο καταναλωτής στο εναπομείναν μετά την πρόωρη εξόφληση χρονικό διάστημα; Από τη γραμματική ερμηνεία της κοινοτικής ρύθμισης συνάγεται η υποχρέωση σωρευτικής συνδρομής των δύο περιορισμών, μ’ αποτέλεσμα στο προηγούμενο ερώτημα να φαίνεται ως ορθότερη λύση η μείωση του αρχικώς υπολογισθέντος ποσού,  στο μέτρο που να μην υπερβαίνει το ποσό των τόκων[82].

Οι ως άνω δύο περιορισμοί έχουν ενσωματωθεί χωρίς διαφοροποιήσεις και στο άρθρο 16§2 περ. α΄και β΄ της Υ.Α. Ζ1-699/2010. Ο πιστωτικός φορέας, εφόσον τηρεί τους δύο ανωτέρω ειδικούς περιορισμούς, καθώς και τις γενικότερες προϋποθέσεις που προβλέπονται στην §1 εδ. α΄ του άρθρου 16 της Οδηγίας[83], έχει το δικαίωμα κατά τα λοιπά να καθορίζει ελεύθερα το ύψος της αποζημίωσής του, συνεκτιμώντας τους ποικίλους παράγοντες που επιδρούν κατά την κρίση του στο κόστος της δικής του χρηματοδότησης από διάφορες πηγές. Διαφορετικός θα ήταν ο τρόπος υπολογισμού της αποζημίωσης, εάν είχε διατηρηθεί στο τελικό κείμενο της Οδηγίας η παραπομπή στο επιτόκιο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όπως προβλεπόταν αυτή στην κοινή θέση του Συμβουλίου της 20-9-2007[84]. Το ύψος της αποζημίωσης στην τελευταία περίπτωση θα προέκυπτε με βάση τη ποσοστιαία μείωση του επιτοκίου αναφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σύμφωνα με τη γενικώς κρατούσα «θεωρία της διαφοράς»[85] στο δίκαιο της αποζημίωσης, υποβάλλοντας στη συνέχεια το αποτέλεσμα του υπολογισμού στους περιορισμούς και τους όρους που αναφέρθηκαν ανωτέρω.[86]

iii.  Στο άρθρο 16§4 περ. α΄ εδ. α΄ της Οδηγίας παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στα κράτη μέλη να ενσωματώσουν στο εθνικό τους δίκαιο διάταξη, με την οποία θα απαγορεύουν την καταβολή αποζημίωσης σε περίπτωση πρόωρης αποπληρωμής, όταν το ποσό που εξοφλείται πρόωρα δεν υπερβαίνει ένα ανώτατο όριο που θα ορίζεται βάσει του εθνικού τους δικαίου. Το ανώτατο αυτό όριο δεν δύναται κατά το εδ. β΄ να υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ σε οποιαδήποτε περίοδο δώδεκα μηνών. Στην ουσία η παρούσα ρύθμιση λειτουργεί ως τεκμήριο ότι υπό τους προαναφερθέντες όρους (ποσό πρόωρης εξόφλησης κάτω των 10.000 ευρώ για διάστημα 12 μηνών) ο πιστωτικός φορέας δεν υφίσταται ζημία ή ότι η ζημία που υφίσταται δεν δικαιολογεί κατά τον κοινοτικό νομοθέτη την αξίωση αποζημίωσης από μέρους του[87]. Σε κάθε περίπτωση ο καθορισμός του ανωτάτου ορίου θα πρέπει να γίνεται από τα κράτη μέλη βάσει ορισμένων αντικειμενικών κριτηρίων όπως λ.χ. το μέσο όρο καταναλωτικής πίστης στην αγορά τους[88].  Ο Έλληνας νομοθέτης, κάνοντας χρήση της διακριτικής ευχέρειας που του παρείχε η συγκεκριμένη κοινοτική διάταξη, συμπεριέλαβε σχετική ρύθμιση στο άρθρο 16§4 της Υ.Α. Ζ1-699/2010, ορίζοντας το ανώτατο ποσό πρόωρης εξόφλησης, κάτω του οποίου δεν μπορεί να αξιωθεί αποζημίωση, στο ύψος των 10.000 ευρώ.

 

4. Εξαιρέσεις από το δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα (άρθρο 16§3)

Στο άρθρο 16§3 της Οδηγίας 2008/48θεσπίζονται τρεις εξαιρέσεις από την υποχρέωση αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται για τους λόγους που αναλύθηκαν εκτενώς ανωτέρω[89] και η περίπτωση που η πρόωρη εξόφληση συντελείται εντός χρονικού διαστήματος, για το οποίο έχει συμφωνηθεί κυμαινόμενο επιτόκιο (άρθρο 16§3 εδ. γ΄). Οι άλλες δύο εξαιρέσεις συνίστανται:

α.στην εξόφληση που πραγματοποιείται «δυνάμει ασφαλιστικού συμβολαίου το οποίο προβλέπει παροχή εγγύησης για την εξόφληση της πίστωσης» (άρθρο 16§3 εδ. α΄). Πρόκειται για την περίπτωση που η σύμβαση πίστωσης ασφαλίζεται[90] για τυχόν κίνδυνο αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή λόγων έκτακτων περιστατικών όπως ασθένεια, ατύχημα, απώλεια θέσης εργασίας κ.λ.π., έτσι ώστε, όταν επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, η αποπληρωμή της πίστωσης να εξακολουθεί να διενεργείται κανονικά. Σε περίπτωση, όμως, που ο λόγος αδυναμίας λάβει μονιμότερο χαρακτήρα, η ασφαλιστική εταιρία συνήθως προβαίνει στην πρόωρη εξόφληση της πίστωσης προκειμένου να περιορίσει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τη μελλοντική της επιβάρυνση[91]. Η απαλλαγή του πιστολήπτη από την υποχρέωση αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα οφείλεται εν προκειμένω στο γεγονός ότι το αιφνίδιο περιστατικό που καθιστά αδύνατη για τον πιστολήπτη την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, θα στοιχειοθετούσε ούτως ή άλλως λόγο καταγγελίας της πιστωτικής σύμβασης[92].  Στην πράξη εξάλλου η σύναψη όμοιων ασφαλίσεων επιβάλλεται από το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει έτσι αποδεχθεί το ενδεχόμενο πρόωρης εξόφλησης και έχει ρυθμίσει την πρόωρη αυτή εξόφληση κατά τρόπο ανταποκρινόμενο στα συμφέροντά του.

β. στις «περιπτώσεις διευκολύνσεων υπερανάληψης» (άρθρο 16§3 εδ. β΄). Η εν λόγω ρύθμιση αφορά καταθετικούς λογαριασμούς, κυρίως λογαριασμούς μισθοδοσίας, στους οποίους έχει επιτραπεί κατόπιν ρητής συμφωνίας[93] των συμβαλλομένων μερών στον καταναλωτή να προβαίνει σε αναλήψεις που υπερβαίνουν το τρέχον υπόλοιπο του λογαριασμού μέχρι ενός προκαθορισμένου συνολικού ποσού. Οι υπεραναλήψεις έχουν έκτακτο και περιστασιακό χαρακτήρα, ο δε καταναλωτής κάνοντας χρήση της δυνατότητας υπερανάληψης αποκτά την ιδιότητα του πιστολήπτη, αφού πρόκειται για μία ιδιάζουσα μορφή πίστωσης. Τις υπεραναλήψεις που πραγματοποιεί ο πιστολήπτης καλείται να τις αποπληρώσει σε έναν προσδιορισμένο εκ των προτέρων αριθμό δόσεων, επιβαρυνόμενος με ένα σχετικό χρεωστικό επιτόκιο. Ο πιστολήπτης δύναται να προβεί, όμως, και σε πρόωρη εξόφληση των υπεραναλήψεων, απαλλασσόμενος δυνάμει της ως άνω διάταξης από την υποχρέωση αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα. Είναι εμφανές ότι στόχος της συγκεκριμένης ρύθμισης είναι να ενθαρρύνει την όσο το δυνατόν αμεσότερη αποπληρωμή της υπερανάληψης, ώστε μην περιμένει ο πιστωτικός φορέας τις ημερομηνίες των δόσεων, επειδή ακριβώς η πιστωτική λειτουργία του καταθετικού λογαριασμού είναι καθαρά δευτερεύουσα και συγκυριακή. Ο λόγος εξαίρεσης του πιστολήπτη από την υποχρέωση αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα συνίσταται στο γεγονός ότι οι επιπλέον τόκοι, με τους οποίους επιβαρύνεται εν προκειμένω ο πιστολήπτης, δεν αποτελούν τακτικό έσοδο, αλλά περιστασιακό αντάλλαγμα που αντισταθμίζει τον πιστωτικό κίνδυνο που αναλαμβάνει προσωρινά ο πιστωτικός φορέας ενόψει της υπερανάληψης. Ο κίνδυνος αυτός παύει να υφίσταται με την πρόωρη αποπληρωμή της υπερανάληψης, με αποτέλεσμα να μην συντρέχει κατά τον κοινοτικό νομοθέτη, νόμιμος λόγος ευθύνης προς αποζημίωση του πιστωτικού φορέα[94]. Τα αυξημένα άλλωστε επιτόκια που συνοδεύουν το δικαίωμα υπερανάληψης, σε σύγκριση με τα συνήθη επιτόκια της καταναλωτικής πίστης, εξασφαλίζουν κατά κανόνα την κάλυψη οποιασδήποτε ζημίας του πιστωτικού ιδρύματος από την πρόωρη εξόφληση.

γ.Στο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2008/48δεν συγκαταλέγεται η θέσπιση κυρώσεων για την παράβαση της υποχρέωσης τυποποιημένης πληροφόρησης του καταναλωτή κατά το προσυμβατικό στάδιο που προβλέπεται στα άρθρα 4, 5, 6, 10 και 12 της Οδηγίας. Η ρύθμιση του εν λόγω ζητήματος εναπόκειται σύμφωνα με το άρθρο 23 της Οδηγίας στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών, υπό τον όρο ότι οι εκάστοτε επιβαλλόμενες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές[95]. Δυνάμει της συγκεκριμένης διάταξης ο Έλληνας νομοθέτης προέβλεψε στο άρθρο 16§3 περ. δ΄ της Υ.Α. Ζ1-699/2010 έναν επιπρόσθετο λόγο απαλλαγής του πιστολήπτη από την υποχρέωση αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα. Πρόκειται για την περίπτωση ελλιπούς πληροφόρησης του πιστολήπτη «σχετικά με τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης κατά το στοιχείο γ) της παραγράφου 2 του άρθρου 10 και το στοιχείο γ) της παραγράφου 5 του άρθρου 10, το δικαίωμα καταγγελίας του καταναλωτή κατά το στοιχείο ιθ της παραγράφου 2 του άρθρου 10 ή το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης κατά το στοιχείο ιη) της παραγράφου 2 του άρθρου 10».

Η μη παροχή σαφών και επαρκών πληροφοριών στο έντυπο της πιστωτικής σύμβασης για τη διάρκεια της πίστωσης, το δικαίωμα καταγγελίας, καθώς και το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης του πιστολήπτη, προσκρούει στην αρχή διαφάνειας των συμβατικών όρων, ειδικότερη έκφανση της οποίας αποτελεί η υποχρέωση τυποποιημένης πληροφόρησης του καταναλωτή κατά το προσυμβατικό στάδιο που θεσπίζεται ρητά στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2008/48[96]. Διαταράσσεται κατ’ αυτόν τον τρόπο σημαντικά η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, με αποτέλεσμα να καθίσταται επιτακτική η ανάγκη προστασίας του συναλλακτικά ασθενέστερου καταναλωτή.  Ορθώς, συνεπώς, ο πιστολήπτης απαλλάσσεται από την υποχρέωση αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα, διότι ο τελευταίος πρέπει να φέρει το βάρος των αδιαφανών διατυπώσεων που ο ίδιος έχει επιλέξει[97].

Ο πιστωτικός φορέας οφείλει προκειμένου να αποφύγει την εν λόγω κύρωση να χορηγεί σαφείς, επαρκείς και ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τους όρους και τη διαδικασία άσκησης του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης (άρθρο 10§2 περ. ιη΄), καθώς και τους όρους άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας. (άρθρο 10§2 περ. ιθ΄). Η τελευταία ρύθμιση έχει μάλλον ως σκοπό να προφυλάξει τον καταναλωτή-πιστολήπτη από αδιαφανείς όρους που υπονομεύουν το δικαίωμά του να καταγγείλει τη σύμβαση πίστωσης χωρίς αποζημίωση για λόγους που δεν οφείλονται σε δική του υπαιτιότητα[98], κατευθύνοντάς τον έμμεσα στην πρόωρη εξόφληση, με την οποία υπό κανονικές συνθήκες γεννάται σε βάρος του υποχρέωση αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα. Ο πιστολήπτης πρέπει να ενημερώνεται επαρκώς και για τη διάρκεια της πίστωσης, που έχει συναφθεί υπό κανονική μορφή ή μορφή υπερανάληψης (άρθρο 10§§2 περ. ιη΄ και 5 περ. γ΄), αφού πρόκειται για ένα από τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης και οποιαδήποτε ασάφεια σχέση με αυτό στερεί από τον πιστολήπτη τη δυνατότητα επαλήθευσης του ύψους της αποζημίωσης που αξιώνει ο πιστωτικός φορέας κατά την πρόωρη εξόφληση.

Στο άρθρο 16§3 περ. δ΄ της Υ.Α. Ζ1-699/2010 δεν γίνεται ρητή αναφορά στο δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα. Εντούτοις, λόγω της άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας του πιστωτικού φορέα και του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης του καταναλωτή, σε συνδυασμό με τη ρητή παραπομπή στο άρθρο 10§2 περ. ιη΄, στο οποίο θεσπίζεται η υποχρέωση τυποποιημένης πληροφόρησης στο έντυπο της σύμβασης και για τα δύο δικαιώματα, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ίδια κύρωση ισχύει και για την περίπτωση που χορηγούνται ασαφείς πληροφορίες σε σχέση με το δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα.

Εύλογα αναρωτιέται κανείς τι θα συμβεί όταν απουσιάζει από τη σύμβαση κάθε είδους πληροφόρηση για τα ανωτέρω ουσιώδη στοιχεία της πίστωσης (διάρκεια της πίστωσης, δικαίωμα καταγγελίας, δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης του πιστολήπτη, καθώς και δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα); Από τη στιγμή που δεν χωρεί αποζημίωση του πιστωτικού φορέα σε περίπτωση ανεπαρκούς ενημέρωσης του καταναλωτή σε σχέση με τα συγκεκριμένα στοιχεία, θα πρέπει το ίδιο μέτρο να εφαρμοστεί τουλάχιστον και όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο ρύθμισης της πιστωτικής σύμβασης (εκ του ελάσσονος το μείζον).

 

 

IΙΙ. Το κύρος των ρητρών για το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης του πιστολήπτη και το δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα υπό το πρίσμα του ν. 2251/1994

 

Α. Γενικά

Κατά πάγια συναλλακτική πρακτική[99] η ρύθμιση του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης του δανειολήπτη σε συνδυασμό με το δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού ιδρύματος γίνεται υπό τη μορφή ΓΟΣ, ήτοι με μονομερώς προδιατυπωμένους συμβατικούς όρους, προοριζόμενους για ομοιόμορφη πολλαπλή χρήση, τους οποίους ο ένας συμβαλλόμενος επιβάλλει στον άλλο κατά την κατάρτιση της σύμβασης χωρίς ατομική διαπραγμάτευση. Από τον κανόνα αυτό δεν διαφοροποιείται και η ρύθμιση του άρθρου 10§2 περ. ιη΄ της Υ.Α. Ζ1-699/2010, που θεσπίζει την τυποποιημένη πληροφόρηση του καταναλωτή σχετικά με «τους όρους και τη διαδικασία άσκησης του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης καθώς και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με το δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα και τον τρόπο καθορισμού της αποζημίωσης αυτής» στο πλαίσιο της καταναλωτικής πίστης.

Η χρήση των προδιατυπωμένων συμβατικών όρων συνεπάγεται για αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη την απλούστευση των συναλλαγών. Αφενός η τράπεζα αποφεύγει πολύωρες κατ’ ιδίαν διαπραγματεύσεις ή άσκοπες αντιδικίες με τους πελάτες της, που θα αποσυντόνιζαν τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας της, επιβαρύνοντας τα λειτουργικά της έξοδα. Η μεταχείριση των συναλλαγών κατά τρόπο ομοιόμορφο και τυποποιημένο, δεν αφήνει περιθώριο στους εκπροσώπους ή προστηθέντες της τράπεζας για επιζήμιες διαπραγματεύσεις που αποκλίνουν από την πολιτική της επιχείρησης, με αποτέλεσμα ο επιχειρηματικός κίνδυνος να καθίσταται προβλέψιμος και δεκτικός ασφαλιστικής κάλυψης. Αφετέρου οι καταναλωτές επιτυγχάνουν την ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεών τους, ενώ παράλληλα διασφαλίζεται η ίση μεταχείρισή τους κατά τις συναλλαγές. Η εξοικονόμηση λειτουργικού κόστους για την τράπεζα έχει αντίκτυπο, όμως, και στις τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών που αυτή προσφέρει, με τη διαμόρφωσή τους σε χαμηλότερα επίπεδα[100].

Oι καταναλωτές βέβαια δεν έχουν ούτε τη χρονική ούτε την οικονομική ευχέρεια για μία κατάρτιση και προπαρασκευή επιπέδου αντίστοιχου με αυτού της τράπεζας, που διαθέτει ολόκληρο νομικό επιτελείο. Η εξεύρεση δε εναλλακτικών λύσεων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα δυσχερής στην πράξη, αφού, με εξαίρεση τους όρους που αφορούν το τίμημα και την ποιότητα της παροχής, οι λοιποί ΓΟΣ χρησιμοποιούνται συνήθως με ομοιόμορφο περιεχόμενο στην τραπεζική αγορά. Ο καταναλωτής έρχεται έτσι αντιμέτωπος με το εξής δίλλημα: να προσχωρήσει ή όχι στη προδιατυπωμένου περιεχομένου σύμβαση; Ωστόσο, υπό τη ψυχολογική πίεση των καθημερινών του αναγκών σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο, το ως άνω δίλλημα είναι τις περισσότερες φορές φαινομενικό, με τη προσχώρηση στο προκαθορισμένο συμβατικό καθεστώς της τράπεζας να αποτελεί μονόδρομο για τον καταναλωτή[101].

Η  μονομερής διαμόρφωση του περιεχομένου της σύμβασης από την τράπεζα[102] εγκυμονεί πολλούς κινδύνους για τον αντισυμβαλλόμενό της. Η τράπεζα εκμεταλλευόμενη το γνωσιολογικό, εμπειρικό, οργανωτικό έλλειμμα, το έλλειμμα εναλλακτικών λύσεων και έλλειμμα ορθολογικής συμπεριφοράς του καταναλωτή στον εξειδικευμένο και σύνθετο από άποψη διαδικασίας τομέα των τραπεζικών συναλλαγών[103], προβαίνει σε μία συμφέρουσα για την ίδια διατύπωση των συμβατικών όρων, ώστε τα βάρη και οι κίνδυνοι που τη βαρύνουν κατά τις διατάξεις του ενδοτικού δικαίου ή τη γενική αρχή της καλής πίστης[104], να μετακυλίονται στο συναλλακτικά ασθενέστερο καταναλωτή. Πρόκειται για μία σε βάρος του καταναλωτή διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, μ’ αποτέλεσμα να καθίσταται επιτακτικός ο έλεγχος του κύρους των ΓΟΣ που χρησιμοποιεί η τράπεζα με βάση το ν. 2251/1994[105].

 

Β. ΣΤΑΔΙΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ

Ο δικαστικός έλεγχος των ΓΟΣ, με τους οποίους ρυθμίζεται το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης του δανειολήπτη και το δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού ιδρύματος στις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης, βάσει του άρθρου 2 τουν. 2251/1994 πραγματοποιείται σε τρία επίπεδα, τα οποία και αναλύονται εκτενώς παρακάτω, με την αρχή της διαφάνειας να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε όλες τις φάσεις του ελέγχου.

Η αρχή της διαφάνειας αποτελεί σε κοινοτικό επίπεδο[106]  ειδικότερη έκφανση του λεγόμενου «προτύπου πληροφόρησης», το οποίο αποσκοπεί στην ενίσχυση της θέσης του συναλλακτικά αδύναμου καταναλωτή, μέσω της παροχής σε αυτόν ενός αυξημένου επιπέδου πληροφόρησης.  Η αρχή της διαφάνειας συνίσταται ειδικότερα  στην υποχρέωση διατύπωσης των ΓΟΣ κατά τρόπο κατανοητό και σαφή, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να αντιλαμβάνεται πλήρως την έκταση και το περιεχόμενο της συμβατικής του δέσμευσης[107]. Αναλύεται επιμέρους στην αρχή της σαφούς και κατανοητής διατύπωσης, στην αρχή του ορισμένου περιεχομένου και στην αρχή της προβλεψιμότητας των όρων, που απαγορεύει τη χρήση αιφνιδιαστικών ή πολυσήμαντων ρητρών σε βάρος του καταναλωτή[108]. Η πληροφόρηση του καταναλωτή με σαφείς, ακριβείς και κατανοητούς όρους, ενισχύει τη δυνατότητα αυτοπροστασίας του έναντι του προμηθευτή ή παροχέα υπηρεσιών, προάγοντας παράλληλα τον υγιή ανταγωνισμό, αφού επιτρέπει τη συγκρισιμότητα των όρων που προσφέρουν οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις στην αγορά[109].

Στο ελληνικό δίκαιο τα πρώτα ίχνη της αρχής της διαφάνειας εντοπίζονται στα άρθρα 371-373 ΑΚ που ρυθμίζουν το ζήτημα της αοριστίας της παροχής. Η ενσωμάτωση της ανωτέρω κοινοτικής αρχής στο ελληνικό δίκαιο επιτεύχθηκε με τη θέσπιση αρχικώς του ν. 1961/1991 και εν συνεχεία του ν. 2251/1994, στο άρθρο 2§2 του οποίου, όπως προσφάτως τροποποιήθηκε από το ν. 3587/2007, κατοχυρώνεται πλέον[110] ρητά η υποχρέωση γραπτής διατύπωσης των ΓΟΣ «κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και εύληπτο, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να αντιληφθεί πλήρως το νόημα τους». Παράλληλα, για την καλύτερη κατανόηση των συμβατικών όρων προβλέπεται στο ίδιο άρθρο η διατύπωση των ΓΟΣ υποχρεωτικά στην ελληνική γλώσσα, ακόμη και όταν πρόκειται για γενικούς όρους διεθνών συναλλαγών. Ειδικότερες εκφάνσεις της αρχής της διαφάνειας απαντώνται τέλος και στον κατάλογο καταχρηστικών ρητών του άρθρου 2§7 του ν. 2251/1994, όπως τα εδάφια ε΄, ζ΄, η΄, ι΄ και ια΄[111]. Στην τελευταία περίπτωση έχει για παράδειγμα κριθεί από τη νομολογία ότι ρήτρα σε σύμβαση δανείου, που επιτρέπει στην τράπεζα να μεταβάλει το ποσοστό του τόκου χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστά στον πελάτη κριτήρια ειδικά, ορισμένα και εύλογα, καθιστά το τίμημα του δανείου αόριστο κατά παράβαση του άρθρου 2 §7 περ. ια΄ του ν. 2251/1994, με αποτέλεσμα να «παραβιάζεται από την τράπεζα η υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας του συγκεκριμένου ΓΟΣ»[112]. Στον ειδικό τομέα της καταναλωτικής πίστης η αρχή της διαφάνειας θεσπίζεται ρητά στο άρθρο 10§§1 και 2της Υ.Α. Ζ1-699/2010, στο οποίο προβλέπεται ο προσδιορισμός των ΓΟΣ στο έντυπο της σύμβασης κατά τρόπο ευσύνοπτο και σαφή.

 

1. Έλεγχος ένταξης των ΓΟΣ στη σύμβαση (άρθρο 2§§1 και2)

Για την ένταξη των ΓΟΣ στη σύμβαση δανείου απαιτείται προηγουμένως ιδιαίτερη σχετική συμφωνία των συμβαλλομένων, συμφωνία ένταξης ή ενσωμάτωσης[113], η οποία μολονότι δεν προβλέπεται ρητά στο άρθρο 2 του ν. 2251/1994, απορρέει εντούτοις από τα άρθρα 195-196 ΑΚ[114]. Η συμφωνία ένταξης δεν εμφανίζει αυτοτέλεια σε σχέση με τη σύμβαση του δανείου, αντιθέτως αποτελεί μέρος της τελευταίας, στην οποία και ενσωματώνεται. Το αντικείμενό της συνίσταται στην ενσωμάτωση των ΓΟΣ στη σύμβαση ως ένα ενιαίο σύνολο, χωρίς να επεκτείνεται περαιτέρω στο περιεχόμενο των επιμέρους όρων. Το κύρος της συμφωνίας ένταξης εξαρτάται από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 185 επ. ΑΚ, καθώς και την τήρηση των ειδικότερων προϋποθέσεων που τίθενται υπέρ της προστασίας του καταναλωτή στο άρθρο 2§§1 και 2 του ν. 2251/1994, οι οποίες συνίστανται ειδικότερα:

 α. Υποχρέωση της τράπεζας για την υπόδειξη της ύπαρξης ΓΟΣ στον καταναλωτή:Η τράπεζα κατά το χρονικό σημείο σύναψης της σύμβασης του δανείου οφείλει σύμφωνα με το άρθρο 2§1 του ν. 2251/1994 να επισημάνει ρητώς στον καταναλωτή ότι η σύμβαση θα καταρτισθεί υπό τους προτεινόμενους όρους. Επισήμανση σημαίνει παραπομπή στους ΓΟΣ ως σύνολο και όχι ανάλυση και παράθεση του περιεχομένου τους[115], η οποία επισήμανση γίνεται δεκτό ότι υπάρχει όταν λ.χ. σε εμφανές σημείο της εμπρόσθιας όψης του εγγράφου της σύμβασης, που ακολούθως υπογράφεται από τον καταναλωτή, αναγράφεται με σαφήνεια και κατά τρόπο ευανάγνωστο παραπομπή σε ΓΟΣ που είναι τυπωμένοι είτε στην οπίσθια ανυπόγραφη σελίδα της σύμβασης είτε σε ξεχωριστό κείμενο, στο οποίο, όμως, έχει πρόσβαση ο καταναλωτής[116].

Η παραπομπή στους ΓΟΣ εν προκειμένω πρέπει υποχρεωτικά να είναι ρητή, διότι η σύμβαση καταναλωτικού δανείου δεν εντάσσεται στις καθημερινές μαζικές συναλλαγές, στις οποίες κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται, λόγω της ιδιάζουσας φύσης τους, που χαρακτηρίζεται από την έλλειψη προσωπικής επαφής με τον πελάτη, η δημόσια ανακοίνωση ή ανάρτηση των ΓΟΣ. Επί προφορικής πρότασης της τράπεζας, εύλογα ανακύπτει το ερώτημα αν η ρητή επισήμανση των ΓΟΣ στην έντυπη (ή και επί άλλου σταθερού μέσου σύμβαση καταναλωτικού δανείου σύμφωνα με το άρθρο 10§1 εδ. α΄  της Υ.Α. Ζ1-699/2010), πρέπει να υποβληθεί στον ίδιο ή όχι τύπο[117]. Στη θεωρία έχουν διατυπωθεί δύο απόψεις, με την πρώτη[118] να τάσσεται υπέρ της έγγραφης υπόδειξης των  ΓΟΣ στη σύμβαση δανείου, επικαλούμενη το άρθρο 2§2 εδ. α΄ του ν. 2251/1994.  Ερμηνεύοντας διασταλτικά το συγκεκριμένο εδάφιο, η υποχρέωση  ευανάγνωστης εκτύπωσης των ΓΟΣ σε εμφανές μέρος του εγγράφου της σύμβασης, επεκτείνεται και στην ίδια την παραπομπή των ΓΟΣ. Έτσι λ.χ. όροι τυπωμένοι στην πίσω σελίδα συμβατικού εγγράφου (μη υπογεγραμμένη από τον πελάτη, ενώ έχει υπογραφεί η πρώτη σελίδα) δεν ισχύουν αν δεν υπάρχει ρητή παραπομπή στους όρους της πίσω σελίδας. Η δεύτερη άποψη[119] αντιπροτείνοντας ότι το άρθρο 2§2 του ν. 2251/1994 ρυθμίζει αποκλειστικά και μόνο την υποχρέωση της τράπεζας περί της παροχής δυνατότητας πραγματικής γνώσης του περιεχομένου των ΓΟΣ στον καταναλωτή, υποστηρίζει ότι αρκεί και η προφορική υπόδειξη των ΓΟΣ.

β. Υποχρέωση της τράπεζας για παροχή δυνατότητας πραγματικής γνώσης του περιεχομένου των ΓΟΣ στον καταναλωτή:Έμμεσα από το γράμμα της διάταξης τουάρθρου 2§1 του ν. 2251/1994,  προκύπτει η υποχρέωση της τράπεζας να εξασφαλίσει στον καταναλωτή τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου των όρων κατά τρόπο αξιώσιμο,  ήτοι χωρίς σοβαρή δυσκολία[120]. Για την εκπλήρωση της εν λόγω υποχρέωσης θα πρέπει κατά τη σύναψη της σύμβασης ή ακόμη και νωρίτερα, όταν λόγω της έκτασης των ΓΟΣ και της δυσνόητης ορολογίας που αυτοί περιλαμβάνουν, είναι αναγκαία η σπουδή και μελέτη τους :  i) Οι ΓΟΣ να τίθενται καταλλήλως  στην άμεση και πραγματική διάθεση του καταναλωτή. Εν προκειμένω βάσει του 10§1 εδ. α΄  της Υ.Α. Ζ1-699/2010 οι ΓΟΣ πρέπει να περιέχονται σε αντίτυπο της σύμβασης καταναλωτικού δανείου που εγχειρίζεται στον καταναλωτή. ii) Οι ΓΟΣ πρέπει να είναι διατυπωμένοι σύμφωνα με το άρθρο 2§2 εδ. α΄ του ν. 2251/1994  «κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και εύληπτο, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να αντιληφθεί πλήρως το νόημά τους.»  Η τράπεζα οφείλει κάθε φορά να λαμβάνει υπόψη της τη φύση της συγκεκριμένης συναλλαγής, καθώς και τις ανάγκες και ιδιαιτερότητες του κάθε καταναλωτή . Έτσι λ.χ. αν ο καταναλωτής είναι τυφλός, αλλοδαπός ή αναλφάβητος θα πρέπει η τράπεζα να προσαρμοστεί και να μεριμνήσει ιδιαίτερα προκειμένου να δύναται ο καταναλωτής να λάβει γνώση του περιεχομένου των ΓΟΣ.  iii) Κατά το άρθρο 2§2 εδ. α΄ του ν. 2251/1994  οι ΓΟΣ πρέπει να διατυπώνονται γραπτώς με ευανάγνωστους χαρακτήρες σε εμφανές μέρος του εγγράφου της σύμβασης. Δυνάμει του άρθρου 10§1 εδ. α΄  της Υ.Α. Ζ1-699/2010 αρκεί η διατύπωσή τους και επί άλλου σταθερού μέσου[121]. iv)Τέλος, οι ΓΟΣ καταναλωτικού δανείου που καταρτίζεται εντός της ελληνικής επικράτειας, πρέπει ακόμα κι αν πρόκειται για διεθνείς όρους συναλλαγών, να διατυπώνονται στην ελληνική γλώσσα. Συνεπώς, διεθνή πιστωτικά ιδρύματα που συναλλάσσονται στην εγχώρια αγορά, υποχρεούνται να διατυπώνουν τους ΓΟΣ που χρησιμοποιούν στην ελληνική γλώσσα. Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν τη θέσπιση του ν. 3587/2007, το άρθρο 2§2 εδ. α΄ του ν. 2251/1994 εξαιρούσε από την υποχρέωση διατύπωσης των ΓΟΣ στην ελληνική γλώσσα τους γενικούς όρους διεθνών συναλλαγών[122].

γ. Ανυπαίτια άγνοια των ΓΟΣ από τον καταναλωτή: Η μη τήρηση των ως άνω δύο υποχρεώσεων αποτελεί ενδεικτική περίπτωση ανυπαίτιας άγνοιας των ΓΟΣ που περιλαμβάνονται σε μία σύμβαση δανείου εκ μέρους του καταναλωτή. Εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 2§1 του ν. 2251/1994, όπως προσφάτως τροποποιήθηκε από το ν. 3587/2007, η ένταξη των ΓΟΣ δεν επέρχεται μόνο στις δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις, αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση ανυπαίτιας άγνοιας των ΓΟΣ από τον καταναλωτή[123]. Πρόκειται για ρύθμιση που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση κυρίως των λεγόμενων απροσδόκητων ή αιφνιδιαστικών ρητρών[124]. Με τον όρο απροσδόκητες ή αιφνιδιαστικές ρήτρες νοούνται οι ρήτρες που προς διάψευση της εμπιστοσύνης του καταναλωτή μεταβάλλουν την εικόνα που δικαιολογημένα έχει  αυτός διαμορφώσει για το περιεχόμενο ορισμένων ΓΟΣ[125]. Έχει έτσι κριθεί από τη νομολογία[126]  ότι διαψεύδονται οι δικαιολογημένες προσδοκίες του καταναλωτή σχετικά με συνολικό ύψος του τιμήματος, όταν η τράπεζα με γενικό όρο συναλλαγής προβλέπει την καταβολή αποζημίωσης 2,5% επί του πρόωρα επιστραφέντος κεφαλαίου, χωρίς να εξειδικεύει σε τι ακριβώς συνίσταται η ζημία της και βάσει ποιών συντελεστών προκύπτει το συγκεκριμένο ποσοστό. Οι απροσδόκητες ρήτρες δεν εντάσσονται καταρχήν στη σύμβαση δανείου, ωστόσο σε περίπτωση ένταξή τους, αυτές υπόκεινται σε έλεγχο περιεχομένου με βάση το άρθρο 2§7 του ν. 2251/1994 και κρίνονται κατά περίπτωση καταχρηστικές[127].

 

2. Έλεγχος ερμηνείας των ΓΟΣ

Εφόσον οι ΓΟΣ ενταχθούν στη σύμβαση, υπόκεινται εν συνεχεία σε έλεγχο ερμηνείας σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Εφαρμοστέα μέθοδος είναι σύμφωνα με το  άρθρο 2§4 εδ. α΄ του ν. 2251/1994[128] η αντικειμενική, στο πλαίσιο της οποίας λαμβάνεται υπόψη το πεδίο κατανόησης και αντίληψης του μέσου εκπροσώπου του συναλλακτικού κύκλου, στο οποίο απευθύνονται οι ΓΟΣ της συγκεκριμένης τράπεζας, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι εκάστοτε ιδιαίτερες συνθήκες, με δύο, όμως, αποκλίσεις:

α. Σύμφωνα με το άρθρο 2§3 του ν. 2251/1994 όροι που συμφωνήθηκαν κατόπιν ατομικής διαπραγμάτευσης των συμβαλλομένων μερών υπερισχύουν των αντίστοιχων γενικών όρων λόγω του ειδικότερου χαρακτήρα τους. Έτσι, ατομική συμφωνία των συμβαλλομένων μερών που διαφοροποιείται υπέρ ή κατά του καταναλωτή από ΓΟΣ που περιλαμβάνεται στη σύμβαση δανείου, επικρατεί έναντι του τελευταίου. Δεν απαιτείται η τήρηση κάποιου συγκεκριμένου τύπου για το κύρος της ειδικότερης συμφωνίας, ενδέχεται συνεπώς αυτή να είναι προφορική ή να συνάγεται σιωπηρά από την όλη συμπεριφορά των συμβαλλομένων και τις εκάστοτε επικρατούσες κατά τη συναλλαγή συνθήκες. Σε κάθε περίπτωση το βάρος απόδειξης της ατομικής συμφωνίας, φέρει το συμβαλλόμενο μέρος που την επικαλείται[129].

β. Στο άρθρο 2§3 του ν. 2251/1994 θεσπίζεται ο κανόνας της ευνοϊκότερης ερμηνείας τυχόν ασαφών ΓΟΣ που περιλαμβάνονται στη σύμβαση. Πρόκειται για ειδική εκδήλωση της πανάρχαιας ερμηνευτικής ρήτρας «indubiocontrastipulatorem» που απαντάται συχνά στην ελληνική νομολογία[130], κατά την οποία μία ανακριβής συμβατική ρύθμιση πρέπει να ερμηνεύεται σε βάρος του συντάκτη της, ο οποίος όφειλε και μπορούσε να τη διατυπώσει με μεγαλύτερη σαφήνεια. Εξάλλου και με βάση τον παρεμφερή ερμηνευτικό κανόνα «ambiguitascontrapraeferendem», η τράπεζα πρέπει να φέρει τον κίνδυνο ασαφών ρητρών που η ίδια διατυπώνει προς όφελος της κατά την ενάσκηση της επιχειρηματικής της δραστηριότητάς[131].  Η ασάφεια εμφανίζεται είτε σε περίπτωση διφορούμενης ή πολυσήμαντης ρήτρας, όταν δηλαδή μία ρήτρα παρουσιάζει δύο ή και περισσότερες ερμηνευτικές εκδοχές[132] είτε στην περίπτωση των αντιφατικών ρητρών, που δύο ή και περισσότερες ρήτρες των ίδιων ΓΟΣ αντιφάσκουν μεταξύ τους[133]. Ρήτρες, συνεπώς, με τις οποίες παρέχονται ασαφείς ή αντιφατικές πληροφορίες σχετικά με τους όρους και τη διαδικασία άσκησης του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης του καταναλωτή και το αντίστοιχο δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού ιδρύματος δεν καταργούνται, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν δυνάμει του άρθρου  2§3 του ν. 2251/1994, με το ευνοϊκό για τον καταναλωτή περιεχόμενο[134].

 

 3. Έλεγχος κύρους του ίδιου του περιεχομένου των ΓΟΣ

Το τρίτο και τελευταίο στάδιο του δικαστικού ελέγχου συνίσταται στον άμεσο έλεγχο του κύρους του περιεχομένου κάθε επιμέρους ρήτρας που περιλαμβάνεται στη σύμβαση δανείου κατά τις §§6 και 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, από τις οποίες η πρώτη περιέχει ένα γενικό αξιολογικό κριτήριο καταχρηστικότητας («…σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή..»), και η δεύτερη παραθέτει έναν εκτενέστατο κατάλογο τριάντα δύο συνολικά καταχρηστικών όρων, οι οποίοι συνιστούν ενδεικτικές νομοθετικές εξειδικεύσεις του γενικού κριτηρίου της §6 του άρθρου 2, πρακτικά χρησιμότατες, όπως επισημαίνει η νομολογία, «διότι υπηρετούν αφενός τη νομική σαφήνεια στο βαθμό που παρέχουν ένα ασφαλέστερο προσανατολισμό και αφετέρου τη νομική ασφάλεια στο βαθμό που τα αποτελέσματα του άμεσου ελέγχου ενός ΓΟΣ γίνονται έτσι διαγνωστά και προβλέψιμα[135]».

 Όροι που τυχόν  υπάγονται στο πραγματικό των περιπτώσεων του άρθρου 2§7 του  ν. 2251/1994 κρίνονται αυτοδικαίως άκυροι, χωρίς να είναι αναγκαία οποιαδήποτε άλλη στάθμιση από τον δικαστή. Έτσι, κατά τον έλεγχο του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ εξετάζεται σε πρώτη φάση,  εάν αυτός αντίκειται σε απαγορευτική ρήτρα που συγκαταλέγεται στην ενδεικτική απαρίθμηση του καταλόγου του άρθρου 2§7 του  ν. 2251/1994 και μόνο σε περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος ελέγχεται κατά πόσο ο συγκεκριμένος ΓΟΣ περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή η  καταχρηστικότητα  του όρου κρίνεται με βάση τη γενική ρήτρα του άρθρου 2§6 του  ν. 2251/1994[136].  Εντούτοις, συχνά οι έλληνες δικαστές κατά την κατάφαση της καταχρηστικότητας ενός όρου με βάση κάποιο από τα εδάφια του άρθρου 2§7 του  ν. 2251/1994, προβαίνουν παράλληλα σε μία αυτονόητη υπαγωγή στη γενική διάταξη της §6[137], με την αιτιολογία ότι «η σωρευτική, εφαρμογή από το δικαστήριο των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, επιβάλλεται δεν αποκλείεται, καθώς η επίκληση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή είναι δυνατό να έχει αξία και χρησιμότητα για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και αόριστων αξιολογικών κριτηρίων που χρησιμοποιεί ο νόμος στις επί μέρους περιπτώσεις του ενδεικτικού καταλόγου»[138]. Πρόκειται, ωστόσο, για μία νομολογιακή πρακτική που έχει αποδοκιμασθεί από τη θεωρία[139], καθώς δημιουργείται εσφαλμένα η εντύπωση ότι, παρά τη σαφή νομοτεχνική διατύπωση της διάταξης της §7, οι νομοθετικές εξειδικεύσεις των περιπτώσεων perseκαταχρηστικών όρων δεν αρκούν για την κατάφαση της καταχρηστικότητας ορισμένου ΓΟΣ.

Αποδέκτης της έννομης προστασίας κατά τις διατάξεις των  §§6 και 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, είναι σύμφωνα με την κρατούσα στη νομολογία άποψη[140]ο συνήθως απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτων τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής του συγκεκριμένου είδους αγαθών και υπηρεσιών.  Υιοθετείται συνεπώς το ενδιάμεσο πρότυπο καταναλωτή, που συνιστά την μέση λύση μεταξύ των δύο άλλων προτύπων που έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί στην αλλοδαπή θεωρία και νομολογία, αφενός του «απροετοίμαστου καταναλωτή» και αφετέρου του «ενημερωμένου, έμπειρου και προσεκτικού καταναλωτή», που υιοθετείται και από το ΔΕΚ[141].

 

α. Το γενικό αξιολογικό κριτήριο του άρθρου 2§6 του  ν. 2251/1994

 Ο έλεγχος του κύρους του περιεχομένου ενός ΓΟΣ κατά την §6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 συντελείται με βάση το θεμελιώδες αξιολογικό κριτήριο της σημαντικής διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή. Πρόκειται κατά γενική ομολογία για μία εξειδίκευση της γενικής αρχής της καλής πίστης (281, 288 ΑΚ), η οποία προσανατολίζεται εν προκειμένω προς την απαγόρευση κατάχρησης του θεσμού της συμβατικής ελευθερίας[142]. Ο θεσμός της συμβατικής ελευθερίας συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινωνικού και οικονομικού μας συστήματος και θεμελιώνεται σε συνταγματικό επίπεδο στο άρθρο 5 Σ και σε επίπεδο αστικού δικαίου στο άρθρο 361 ΑΚ. Αναλύεται επιμέρους στην ελευθερία επιλογής κατάρτισης ή μη της σύμβασης και στην ελευθερία προσδιορισμού των όρων της σύμβασης, απαραίτητη δε προϋπόθεση για τη λειτουργία του θεσμού είναι η διαπραγματευτική ισότητα των μερών. Στην πράξη, όμως, οι τράπεζες, εκμεταλλευόμενες την διαπραγματευτική αδυναμία του καταναλωτή, για την οποία έγινε εκτενώς λόγος ανωτέρω[143], προβαίνουν σε μία μονομερή διαμόρφωση των ΓΟΣ της σύμβασης δανείου, ώστε τα βάρη και οι κίνδυνοι που τις βαρύνουν κατά τις διατάξεις του ενδοτικού δικαίου ή τη γενική αρχή της καλής πίστης, να μετατίθενται στο συναλλακτικά ασθενέστερο καταναλωτή. Η επιβολή ανεπιεικών όρων κατ’ αυτόν τον τρόπο, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιτάσσουν η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του θεσμού της συμβατικής ελευθερίας, καθότι οδηγεί σε διατάραξη των δικαιολογημένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του ασθενέστερου καταναλωτή[144].

Η πρόσφατη νομολογία επιβεβαιώνει τα ανωτέρω, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «Η ρύθμιση της παρ. 6 του άρθ. 2 του Ν. 2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση του βασικού κανόνα της διατάξεως του άρθ. 281 ΑΚ για την απαγόρευση καταχρηστικής ασκήσεως ενός δικαιώματος ή χρήσεως ενός θεσμού (της συμβατικής ελευθερίας)»[145], εγκαταλείποντας απ’ ότι φαίνεται  την προηγούμενη πάγια θέση της περί μη ένταξης των φυσικών ελευθεριών στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ. Συγκεκριμένα τα δικαστήρια πριν τη θέσπιση του ν. 2251/1994 δίσταζαν να προβούν σε άμεσο έλεγχο του κύρους του περιεχομένου των ΓΟΣ δυνάμει του άρθρου 281 ΑΚ, θεωρώντας ότι μία τέτοιου είδους παρέμβαση στις συμφωνίες των συμβαλλομένων είναι αυθαίρετη και προσκρούει στον πυρήνα της αρχής της συμβατικής ελευθερίας. Αντί αυτού προσπαθούσαν συνήθως μέσω μίας στενής ερμηνείας των ΓΟΣ, ξένης προς τη φύση λειτουργία της, να προβούν σε έναν καλυμμένο έλεγχο και διόρθωση του περιεχομένου της σύμβασης[146].

Η αρχή της συναλλακτικής καλής πίστης επιτελεί καταλυτικό ρόλο κατά την εξειδίκευση του γενικού αξιολογικού κριτηρίου της συμβατικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων που προβλέπεται στην §6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994. Συγκεκριμένα η εξειδίκευση αυτή σε ό,τι αφορά τις ρυθμισμένες από το νόμο συμβάσεις πραγματοποιείται με βάση τις διατάξεις ενδοτικού δικαίου που φέρουν καθηγητικό χαρακτήρα, οι οποίες συνιστούν ειδικότερες εκφάνσεις της ανωτέρω αρχής και απεικονίζουν τη δίκαιη εξισορρόπηση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των συμβαλλομένων μερών. Στις περιπτώσεις όπου απουσιάζει ρητή νομοθετική ρύθμιση, η καλή πίστη συμβάλει στον προσδιορισμό του περιεχομένου των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, με αναφορά στο σκοπό και τη φύση της συγκεκριμένης σύμβασης[147]. Έτσι, η νομολογία[148]   κρίνει ότι είναι «καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος κάθε ΓΟΣ, ο οποίος, χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία, αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου διαταράσσεται, όταν με το περιεχόμενο του ΓΟΣ αλλάζει η εικόνα που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου για τη συγκεκριμένη συμβατική μορφή. Επίσης, ελέγχεται για καταχρηστικότητα ρύθμιση ενός ΓΟΣ, με τον οποίο επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που προκύπτουν από τη φύση της συμβάσεως κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της».

Δεν αρκεί δε οποιοσδήποτε βαθμός διατάραξης, αλλά απαιτείται ρητά με βάση τη διάταξη του άρθρου 2§6 του ν. 2251/1994 σημαντική, με άλλα λόγια ουσιώδης διατάραξη των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εν λόγω διάταξη έχει υποστεί στο παρελθόν αρκετές τροποποιήσεις. Το αρχικό κείμενο του νόμου έκανε λόγο για υπέρμετρη διατάραξη, ρύθμιση που δεν συμβάδιζε με το γράμμα της Οδηγίας 93/13[149] και οδηγούσε σε σημαντικό περιορισμό της δυνατότητας ελέγχου του περιεχομένου των ΓΟΣ και συνεπώς σε μειωμένη προστασία του καταναλωτή έναντι της κοινοτικής οδηγίας. Το γεγονός αυτό αντελήφθη  η νομολογία[150], γι’ αυτό και προέβη σε μία διασταλτική ερμηνεία της διάταξης, στο πλαίσιο της οποίας ο όρος «υπέρμετρη διατάραξη» ερμηνευόταν ως «ουσιώδης ή σημαντική διατάραξη». Η ανάγκη εναρμόνισης του εθνικού δικαίου με την Οδηγία 93/13, είχε ως αποτέλεσμα να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται ο ίδιος τρόπος ερμηνείας και μετά την απάλειψη του όρου «υπέρμετρη» με το άρθρο 10§24 περ. β΄ του ν. 2741/1999[151]. Εντέλει, την ανωτέρω κρατούσα επί χρόνια στο χώρο της νομολογίας άποψη ήρθε να επιβεβαιώσει ο έλληνας νομοθέτης με την §2 του άρθρου 2 του ν. 3587/2007, στο οποίο θεσπίστηκε ρητά η προϋπόθεση της «σημαντικής διατάραξης» της συμβατικής ισορροπίας των μερών.

Η ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση προσομοιάζει με αρκετές διατάξεις του ΑΚ, όπως το άρθρο 281 ΑΚ που ορίζει ότι «η άσκηση ενός δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος», και τα άρθρα 179, 409 και  707 ΑΚ που κάνουν λόγο αντίστοιχα για «φανερή δυσαναλογία», «ποινή δυσανάλογα μεγάλη» και «αμοιβή δυσανάλογα μεγάλη». Περαιτέρω στο άρθρο 140 ΑΚ για την ακύρωση της δικαιοπραξίας θεσπίζεται η προϋπόθεση της ουσιώδους πλάνης, ενώ στο άρθρο 540 περ. 3 ΑΚ εξαιρείται το δικαίωμα υπαναχώρησης σε περίπτωση που πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα. Από όλες τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών καθίσταται ανεκτή από το νομοθέτη η απλώς ασύμφορη διατάραξη των αντιτιθέμενων συμφερόντων των συμβαλλομένων [152]. Ως άξιες προστασίας κρίνονται συνεπώς μόνο οι ουσιώδεις και δικαιολογημένες προσδοκίες του συναλλασσομένου, όπως αυτές διαμορφώνονται είτε από εκείνες τις διατάξεις του ενδοτικού δικαίου που έχουν καθοδηγητικό χαρακτήρα και αντικατοπτρίζουν την «δίκαιη» και «φυσική» τάξη των εκάστοτε ρυθμιζόμενων εννόμων σχέσεων[153] είτε από τη φύση και το σκοπό της συγκεκριμένης σύμβασης, αν πρόκειται για αρρύθμιστη μορφή συναλλαγής.

Στο πλαίσιο της αναζήτησης της σχετικής ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, ο δικαστής οφείλει να λάβει υπόψη του τα βασικά χαρακτηριστικά κάθε συναλλαγής και συγκεκριμένα κατά το άρθρο 2§6 εδ. β΄ του ν. 2251/1994 τη φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, το σκοπό της,  τις επικρατούσες κατά τη σύναψη της σύμβασης ειδικές συνθήκες[154] και όλες τις υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή τυχόν εξαρτάται[155]. Η απαρίθμηση είναι ενδεικτική, με αποτέλεσμα να επιτρέπεται και η συνεκτίμηση άλλως παραμέτρων, όπως των συναλλακτικών ηθών ή της οικονομικής σημασίας του επίμαχου ΓΟΣ[156].

 

β. Ο κατάλογος των καταχρηστικών ρητρών της §7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994

Όπως προαναφέραμε, στον κατάλογο της §7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικώς τριάντα δύο περιπτώσεις γενικών όρων που κατ` αμάχητο τεκμήριο[157] θεωρούνται ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να κρίνονται per se καταχρηστικοί, χωρίς να ερευνάται ως προς αυτούς η συνδρομή των προϋποθέσεων του γενικού αξιολογικού κριτηρίου της §6. Οι καταχρηστικές αυτές ρήτρες για συστηματικούς λόγους μπορούν να καταταχθούν σε διάφορες κατηγορίες, όπως[158]:

i) Τις ρήτρες που επιφέρουν χαλαρότητα της συμβατικής δέσμευσης του προμηθευτή ή παροχέα υπηρεσιών έναντι του καταναλωτή και αντιστρόφως μία αναντίστοιχη αυστηρότητα στην αντιμετώπιση του καταναλωτή, με πρόβλεψη κυρίως πολύ στενών περιθωρίων ως προς την άσκηση ευχερειών και δικαιωμάτων έναντι του προμηθευτή ή παροχέα υπηρεσιών (εδ. α΄,γ΄,δ΄ και εν μέρει ιστ΄).

ii) Τις λεγόμενες απαλλακτικές ρήτρες, με τις οποίες ο προμηθευτής ή παροχέας υπηρεσιών αποκλείει ή περιορίζει την ευθύνη του, όπως αυτή διαμορφώνεται από τις διατάξεις ενδοτικού δικαίου που έχουν καθοδηγητικό χαρακτήρα, καθώς και τη φύση και το σκοπό της συγκεκριμένης σύμβασης (εδ. β΄, θ΄, ι΄, ιβ΄, ιγ΄, ιδ΄, ιε΄, ιζ΄και κη΄)[159].

 iii) Τις ρήτρες εκείνες που έχουν παρεμφερή με τις απαλλακτικές ρήτρες λειτουργία, δεσμεύοντας εκ των προτέρων τον καταναλωτή να μην ασκήσει νόμιμα δικαιώματα έναντι του προμηθευτή ή παροχέα υπηρεσιών (εδ. ιη΄, ιθ΄, κ΄, κβ΄, και κγ΄).

 iv) Τις ρήτρες που χαρακτηρίζονται από μία αντιφατική προς τη συμβατική δέσμευση του προμηθευτή ή παροχέα υπηρεσιών ευχέρειά του, άμεση ή έμμεση, να μην εκπληρώσει ολικά ή μερικά τις υποχρεώσεις του έναντι του καταναλωτή (εδ. θ΄ και ι΄).

 v) Τις ρήτρες μονομερούς καθορισμού ή μονομερούς τροποποίησης στοιχείων της σύμβασης (εδ. ε΄, στ΄, ζ΄, η΄και ια΄).

 vi) Τις ρήτρες που έχουν ως αποτέλεσμα είτε την υπέρμετρη εξασφάλιση του προμηθευτή ή παροχέα υπηρεσιών ως δανειστή είτε την επίταση της ευθύνης του καταναλωτή πέρα από ένα εύλογο μέτρο (εδ. κα΄, κε΄ και κστ΄). Και

vii) Τις ρήτρες δικονομικού περιεχομένου (εδ. κδ΄,κζ΄, λα΄ και λβ΄[160]).

 

Γ.Ο έλεγχος του κύρους του περιεχομένου των ρητρών για το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης του καταναλωτή και το δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα.

 

α.Σε νομολογιακό επίπεδο το κύρος του περιεχομένου των ΓΟΣ  που περιέχονται σε σύμβαση δανείου και προβλέπουν σε βάρος του καταναλωτή-δανειολήπτη την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης στον πιστωτικό φορέα σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης ελέγχεται ως επί το πλείστον με βάση το άρθρο 2§7 εδ. ια΄ του ν. 2251/1994, το οποίο συγκεκριμένα ορίζει ότι θεωρούνται καταχρηστικοί όσοι όροι «χωρίς σπουδαίο λόγο αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή»[161].

Στο τίμημα ανήκει κάθε είδος παροχής που καταβάλει ο καταναλωτής ως αντίτιμο για τις υπηρεσίες που του παρέχονται[162]. Επομένως, στην έννοια του τιμήματος περιλαμβάνονται εκτός του ποσού της πίστωσης, οι τόκοι, τυχόν αμοιβές της τράπεζας για ειδικές παρεχόμενες υπηρεσίες, εφάπαξ δαπάνες και έξοδα υπέρ τρίτων, όπως συμβολαιογραφικά τέλη, έξοδα σύνταξης δικογραφιών, έξοδα εγγραφής υποθήκης, έξοδα εκτίμησης και ελέγχου τίτλων ακινήτου κ.λ.π., καθώς και πάσης φύσεως οικονομική επιβαρύνση που καλείται να καταβάλει ο δανειολήπτης ένεκα της πρόωρης εξόφλησης[163]

Το κύρος αόριστων ΓΟΣ με το ανωτέρω περιεχόμενο εξαρτάται σύμφωνα με το εδ. ια΄ του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 από δύο προϋποθέσεις: α) τη συνδρομή σπουδαίου λόγου που να δικαιολογεί την αοριστία και β) τη ρητή αναφορά στη σύμβαση, για λόγους διαφάνειας, της φύσεως του σπουδαίου λόγου  σε συνδυασμό με ειδικά και εύλογα κριτήρια που επιτρέπουν τον προσδιορισμό του τιμήματος, αίροντας έτσι την αοριστία[164]. Πρόκειται για ειδική ρύθμιση που υπερισχύει έναντι του άρθρου 371 ΑΚ, το οποίο σε αντίθεση με το εδ. ια΄ δεν θέτει φραγμούς ως προς την αρχική συμβατική αοριστία, αλλά ελέγχει μόνο τη μεταγενέστερη άρση της[165].  Η διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ  είναι καταστρωμένη στο νόμο αποκλειστικά και μόνο για τον τύπο μιας ατομικής σύμβασης, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να διασφαλίσει επαρκώς τα συμφέροντα του καταναλωτή σε συμβάσεις, στις οποίες οι όροι διατυπώνονται εκ των προτέρων από την τράπεζα, χωρίς ατομική διαπραγμάτευση, καιπροορίζονται για ομοιόμορφη χρήση  σε απροσδιόριστο αριθμό συναλλαγών[166].

Εν προκειμένω έχει κριθεί από τη νομολογία[167] ότι όρος σύμβασης δανείου κυμαινόμενου επιτοκίου, με τον οποίο θεσπίζεται σε περίπτωση προεξόφλησης υποχρέωση του δανειολήπτη περί καταβολής αποζημίωσης ίσης με το 2,5% του κεφαλαίου που καταβάλλεται πρόωρα, είναι καταχρηστικός,  διότι «δεν εξειδικεύεται σε τι ακριβώς συνίσταται και πώς προκύπτει το ποσοστό 2,5% επί του ποσού του δανείου που ορίζεται ως αποζημίωση. Με τον τρόπο όμως αυτό το τίμημα του δανείου καθίσταται χωρίς σπουδαίο λόγο αόριστο, μιας και δεν επιτρέπεται ο καθορισμός του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή»[168]. Αρκετές δικαστικές αποφάσεις[169] επικαλούμενες της αρχής της προβλεψιμότητας των όρων ως ειδικότερη έκφανση της αρχής της διαφάνειας επισημαίνουν ότι σε συμβάσεις δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο ο δανειολήπτης αιφνιδιάζεται, όταν  αντιμετωπίζει τη μη εξειδικευθείσα απαίτηση της τράπεζας για αποζημίωση, η οποία μάλιστα για το κυμαινόμενο επιτόκιο και τους αστάθμητους συντελεστές που το καθορίζουν, δεν δικαιολογείται όπως προαναφέρθηκε[170].Μεταβάλλεται κατ’ αυτόν τον τρόπο απροσδόκητα η εικόνα που δικαιολογημένα έχει δημιουργηθεί στον δανειολήπτη αναφορικά με το ύψος του τιμήματος και την έκταση της κύριας παροχής και προκαλείται σύγχυση σε αυτόν για το τι καλύπτει το εν λόγω τίμημα.

Συνάγεται, λοιπόν, ότι η τράπεζα οφείλει να διευκρινίζει με σαφήνεια και πληρότητα στον δανειολήπτη τους γενεσιουργούς της αποζημίωσης λόγους, ήτοι το αν αφορά αποζημίωση ή αν αφορά αντίτιμο για παροχή της τράπεζας[171], τα κριτήρια προσδιορισμού της αποζημίωσης, καθώς και το τελικό ύψος αυτής[172]. Απλές αναφορές στις «συνθήκες χρηματαγοράς και το κόστος του χρήματος» ή γενικά σε «τραπεζικά κριτήρια» δεν είναι επαρκείς. Η διευκρίνιση πρέπει μάλιστα να λαμβάνει χώρα κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης και όχι σε μεταγενέστερο σημείο[173]. Έχει  χαρακτηριστεί έτσι αδιαφανής ο όρος, με τον οποίο η αποζημίωση του πιστωτικού φορέα προσδιορίζεται υπό τη μορφή ποσοστού επί του πρόωρα επιστραφέντος κεφαλαίου, διότι κατά τη σύναψη της δανειακής σύμβασης ο καταναλωτής αγνοεί τόσο το αν θα καταφύγει στην πρόωρη εξόφληση, όσο και το ακριβές ποσό που τυχόν αυτή θα αφορά[174].

Κατόπιν τούτων έχει ενισχυθεί ο προβληματισμός περί του εάν οι συμβατικοί όροι που προσδιορίζουν την παροχή σε σχέση με την αντιπαροχή «με βάση τον κανόνα της αναλογίας παροχής-αντιπαροχής», εμπίπτουν ή όχι aprioriστο δικαστικό έλεγχο του περιεχομένου των ΓΟΣ.  Ειδικότερα η Οδηγία 93/13 στο άρθρο 4§2 ορίζει ότι «Η εκτίμηση καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό»[175]. Με βάση τη συγκεκριμένη κοινοτική διάταξη όροι που υποχρεώνουν τον καταναλωτή στην καταβολή αποζημίωσης λόγω της πρόωρης εξόφλησης μπορούν να ελεγχθούν μόνο ως προς τη διαφάνεια και τη σαφήνειά τους , όχι όμως και ως προς την ουσία τους, δηλαδή τα αίτια και το ύψος της επιβάρυνσης. Η ανάγκη εξαίρεσης από το δικαστικό έλεγχο της οικονομικής επιβάρυνσης αυτής καθεαυτής υπαγορεύεται από τη θεμελιώδη αρχή της συναλλακτικής ελευθερίας, στην οποία στηρίζεται η ελεύθερη λειτουργία του ανταγωνισμού και της αγοράς[176].

Εντούτοις, ο ν. 2251/1994, με τον οποίο ενσωματώθηκε η ως άνω κοινοτική οδηγία στο ελληνικό δίκαιο, δεν συμπεριέλαβε αντίστοιχη διάταξη, με αποτέλεσμα να διατυπωθεί η θέση ότι ο έλληνας νομοθέτης συνειδητά προέβη στην εν λόγω παράλειψη, με σκοπό να επιτρέψει τον έλεγχο κάθε μορφής ΓΟΣ, ακόμη και αυτών που ορίζουν τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Υποστηρίζεται[177] εν προκειμένω ότι οι ρήτρες που ρυθμίζουν με μη εύλογο τρόπο τη σχέση παροχής και αντιπαροχής συνιστούν κατ’ εξοχήν σημαντική διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας που απαγορεύεται ρητά από το άρθρο 2§6 του ν. 2251/1994.  Εξάλλου, από νομοθετικές διατάξεις σαν αυτές των άρθρων 178-179, 281, 288 και 371 ΑΚ, που ρυθμίζουν ως επί το πλείστον την κύρια σχέση παροχής και αντιπαροχής, συνάγεται η πρόθεση του νομοθέτη να θέσει φραγμούς στην καταχρηστική άσκηση του θεσμού της συναλλακτικής ελευθερίας.

Επί του ανωτέρω ζητήματος η νομολογία με τις  ΟλΑΠ 15/2007[178] και ΑΠ 430/2005[179], απεφάνθη, προβαίνοντας σε μία σύμφωνη με την Οδηγία 93/13 ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 2§6 του ν. 2251/1994, ότι «ναι μεν υπόκειται στην ελευθερία της οικονομίας και των μερών να διαμορφώνουν την παροχή του δανειολήπτη πλην όμως αυτό δεν αναιρείται και από την επιταγή της διαφάνειας και την ανάγκη η τράπεζα να καταστήσει σαφές στο δανειολήπτη τι ζητά και για ποιο λόγο είναι υποχρεωμένος ο δανειολήπτης να το καταβάλει». Αναγνωρίζεται, συνεπώς, με τον πιο πανηγυρικό τρόπο η αρχή της διαφάνειας ως θεμελιώδης, κατευθυντήρια αρχή του δικαίου του καταναλωτή που καταλαμβάνει ακόμη και τους βασικότερους όρους της δανειακής σύμβασης, στους οποίους λόγω του ουσιώδους χαρακτήρα τους επικεντρώνεται εξαρχής η προσοχή των συμβαλλομένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση οι όροι που ρυθμίζουν τη σχέση παροχής και αντιπαροχής[180]. Η έκταση, ωστόσο, της οικονομικής επιβάρυνσης που καλείται να αναλάβει ο καταναλωτής στην τράπεζα εξακολουθεί να εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου για λόγους ασφάλειας των συναλλαγών.

Θα πρέπει βέβαια στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι μερίδα της θεωρίας τάσσεται υπέρ του ελέγχου του ύψους της αποζημίωσης, με την οποία επιβαρύνεται ο καταναλωτής, όταν ασκεί το δικαίωμά του πρόωρης εξόφλησης της σύμβασης δανείου. Η συγκεκριμένη άποψη δίνει ιδιαίτερο βάρος στο γεγονός ότι πρόκειται για είδος οικονομικής επιβάρυνσης που εξαρτάται από μελλοντικό αβέβαιο γεγονός και άρα βρίσκεται εκτός των ορίων της αναμενόμενης εξέλιξης της σύμβασης, ώστε ο καταναλωτής δικαιολογημένα να μην καταβάλει τη δέουσα προσοχή. Ενόψει της μη ομαλής λειτουργίας του ανταγωνισμού στην προκειμένη περίπτωση και της διάψευσης της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του καταναλωτή σε σχέση με την εξέλιξη της σύμβασης που καταρτίζει, προτείνεται το επιτρεπτό του ελέγχου του ύψους της καταβαλλόμενης αποζημίωσης[181].

β.Πληθώρα δικαστικών αποφάσεων[182] επικαλούνται σωρευτικά προς επίρρωση της καταχρηστικότητας των ΓΟΣ, με τους οποίους ο καταναλωτής υποχρεώνεται να καταβάλει αποζημίωση στον πιστωτικό φορέα σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης,  και την §6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994. Χαρακτηριστικά έχει κριθεί[183] ότι διαψεύδονται οι προσδοκίες του δανειολήπτη όταν η τράπεζα, μολονότι σε σύμβαση δανείου κυμαινόμενου επιτοκίου κάνει χρήση του όρου «αποζημίωση», στην πραγματικότητα αποσκοπεί στην επίτευξη ευκαιριακού κέρδους μέσω της επιβολής σταθερού ύψους παροχής (2,5% του κεφαλαίου που καταβάλλεται πρόωρα) ανεξαρτήτως των χρηματοοικονομικών συνθηκών που θα επικρατούν κατά το χρονικό σημείο της πρόωρης εξόφλησης.

Ειδικότερα, κατά τη σύναψη της σύμβασης ο δανειολήπτης έχει βάσιμα τις εξής προσδοκίες: α) Ότι η πρόωρη εξόφληση δημιουργεί ζημιά στην τράπεζα, την οποία αυτός πρέπει δικαίως να αποκαταστήσει. Η προσδοκία αυτή δικαιολογείται από το γεγονός ότι ήδη κατά τις διαπραγματεύσεις η τράπεζα αναφέρεται σε καταβολή αποζημίωσης για τη ζημία που τυχόν θα υποστεί σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης. Εύλογα, συνεπώς, ο δανειολήπτης αντιλαμβάνεται την πρόωρη εξόφληση ως ένα γεγονός επιζήμιο για την τράπεζα που πρέπει να αντισταθμίσει, και όχι ως ένα είδος παροχής της τράπεζας προς αυτόν. β) Ότι η τράπεζα παρέχει δυνατότητα και ευχέρεια στο δανειολήπτη, κάτι που δεν συμβαδίζει, ωστόσο, με το ευκαιριακό κέρδος που αποζητά από την πρόωρη εξόφληση. Δημιουργείται η εντύπωση ότι η τράπεζα, όντας γενναιόδωρη και καλοπροαίρετη, επιτρέπει στον καταναλωτή να αποδεσμευτεί προκειμένου να τον εξυπηρετήσει και όχι για να αποκομίσει η ίδια ευκαιριακό κέρδος. γ) Ότι στο στεγαστικό δάνειο κυμαινόμενου επιτοκίου η υποχρέωση του καταναλωτή θα εξαρτάται από τις διακυμάνσεις των χρηματαγορών, σύμφωνα και με την κυμαινόμενη φύση της υποχρέωσής του και πως δεν θα μετατραπεί μονομερώς από την τράπεζα η υποχρέωσή του σε κάποιο είδος σταθερού επιτοκίου.

Ωστόσο, οι παραπάνω προσδοκίες του δανειολήπτη διαψεύδονται, διότι η τράπεζα ζητά από το δανειολήπτη σταθερού ύψους παροχή (2,5%), όποιες και αν είναι οι οικονομικές συγκυρίες και η κατάσταση των αστάθμητων συντελεστών της χρηματαγοράς. Ο δανειολήπτης ορθώς πιστεύει πως προϊόντος του χρόνου ο τόκος θα κυμαίνεται στο στεγαστικό δάνειο αυξητικά ή πτωτικά, βάσει των συνθηκών της αγοράς. Το ίδιο δε αναμένει και για την πρόωρη εξόφληση, που αντικαθιστά την παροχή του στην αρχική συμφωνία δανείου. Όμως το ενιαίο και σταθερό του επιτοκίου της επιβάρυνσης στην πρόωρη εξόφληση διαψεύδει την προσδοκία του αυτή.

Τέλος, διαψεύδεται η προσδοκία του δανειολήπτη και για έναν πρόσθετο λόγο. Αν καταβάλλει σταθερά υπολογιζόμενο ποσό, εν προκειμένω 2,5% επί του πρόωρα επιστραφέντος κεφαλαίου, και όχι κυμαινόμενο (εκάστοτε κυμαινόμενο επιτόκιο), ενδέχεται να καταβάλει περισσότερα από ό,τι θα κατέβαλε αν έληγε κανονικά η σύμβαση δανείου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο διαψεύδεται η βάσιμη προσδοκία του πως ως φερέγγυος οφειλέτης που καταβάλλει πρόωρα την οφειλή του, θα αντιμετωπιστεί καλύτερα από την τράπεζα. Αντιθέτως, η σταθερή επιβάρυνση με 2,5% ενδέχεται να τον φέρει σε χειρότερη θέση από κάποιο δανειολήπτη που θα αναγκάσει την τράπεζα σε όλο το λειτουργικό κόστος παρακολούθησης του δανείου μέχρι την ολική εξόφλησή του[184].

γ.Σε επίπεδο θεωρίας  υποστηρίζεται ότι οι ΓΟΣ,  με τους οποίους ρυθμίζεται το δικαίωμα αποζημίωσης της τράπεζας σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης, ενδέχεται να είναι καταχρηστικοί λόγω αντίθεσης τους και στα  εδ. ε΄, κζ΄  και λβ΄του άρθρου 2§7 ν. 2251/1994.

i) Συγκεκριμένα, με το εδ. ε΄, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την τροποποίησή του με το ν. 3587/2007[185], απαγορεύονται όσοι όροι «επιφυλάσσουν στον προμηθευτή το δικαίωμα μονομερούς τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης χωρίς ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο, ο οποίος να αναφέρεται στη σύμβαση». Η απαγόρευση τροποποίησης καταλαμβάνει οποιοδήποτε στοιχείο της σύμβασης, όπως το πρόσωπο του υποχρέου, το χρόνο εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων και πρωτίστως το αντικείμενο και ύψος της παροχής και αντιπαροχής. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η μονομερής τροποποίηση συμβατικού όρου, όταν συντρέχει σοβαρός λόγος λ.χ. ανωτέρα βία, που πρέπει να αναφέρεται, όμως, και εξειδικεύεται επαρκώς στη σύμβαση.[186]

Βάσει τούτων έχει διατυπωθεί η άποψη[187] ότι όροι δυνάμει των οποίων ο καταναλωτής-δανειολήπτης καταβάλει σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης, χωρίς εύλογα, ειδικά και εκ των προτέρων καθορισμένα κριτήρια, πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση, που στην ουσία συνιστά όχι αποζημίωση, αλλά ευκαιριακό κέρδος της τράπεζας, προσκρούουν στο εδ. ε΄ ως καταχρηστικοί, διότι επιτρέπουν στην τράπεζα να αυξάνει μονομερώς το τίμημα της σύμβασης. Το γεγονός δε της πρόωρης εξόφλησης αδυνατεί από μόνο του να θεμελιώσει σπουδαίο λόγο που να δικαιολογεί τη μονομερή αύξηση του τιμήματος, αφού πρόκειται για σύνηθες φαινόμενο στη συναλλακτική πρακτική των τραπεζών, που μπορούν και οφείλουν οι τελευταίες να το υπολογίζουν στο πλαίσιο της πιθανής εξέλιξης των χορηγήσεων τους. Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι ειδικά σε συμβάσεις δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, όπου η αποζημίωση της τράπεζας λόγω της πρόωρης εξόφλησης καθορίζεται υπό τη μορφή πάγιου ποσού (τόκοι 6 μηνών) ή ποσοστού (2,5 %) επί του πρόωρα επιστραφέντος κεφαλαίου, η τράπεζα με τη χρήση του σχετικού όρου τρέπει μονομερώς την παροχή του δανειολήπτη από παροχή κυμαινόμενου επιτοκίου, που εξαρτάται από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες χρηματοοικονομικές συνθήκες, σε σταθερή και αμετάβλητη παροχή, διαψεύδοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις προσδοκίες του δανειολήπτη, όπως διαμορφώνονται αυτές κατά την κατάρτιση της σύμβασης.

ii) Η ένωση Καταναλωτών «ΕΚΠΟΙΖΩ» επί συλλογικής αγωγής της είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι ρήτρα δανειακής σύμβασης που ορίζει ότι ο δανειολήπτης θα καταβάλει στην τράπεζα ποσό ίσο με 2,5 % του κεφαλαίου του δανείου που εξοφλείται πρόωρα, είναι άκυρη δυνάμει του άρθρου 2§7 εδ. κζ΄ του ν. 2251/1994, ισχυρισμός που εν τέλει δεν έγινε δεκτός τόσο από τα δικαστήρια της ουσίας όσο και από τον ΑΠ[188].

Ειδικότερα, η οικονομική ζημία που υφίσταται η τράπεζα λόγω της πρόωρης εξόφλησης προσδιορίζεται βάσει πολλών συνισταμένων, όπως το κόστος του χρήματος, το περιθώριο κέρδους στο οποίο αποβλέπει η τράπεζα με τη χρηματοδότηση του συγκεκριμένου δανειολήπτη, τη δυνατότητα επανεπένδυσης του πρόωρα επιστραφέντος κεφαλαίου στη χρηματαγορά, την απόδοση της επανεπένδυσης αυτής, την απόδοση που θα είχε το επιστραφέν κεφάλαιο με την κανονική λήξη του δανείου, τη μείωση των λειτουργικών εξόδων της τράπεζας, καθώς και τη μείωση έκθεσής της σε πιστωτικό κίνδυνο για χρονικό διάστημα που αντιστοιχεί στο εναπομείναν μη διανυθέν διάστημα της σύμβασης πίστωσης. Πρόκειται για στοιχεία που βρίσκονται στη σφαίρα δραστηριότητας της τράπεζας, στα οποία κατά κανόνα δεν έχει πρόσβαση ο δανειολήπτης. Εύλογα, λοιπόν, υποστηρίζεται[189] ότι ενόψει του γεγονότος ότι μόνο η τράπεζα διαθέτει την απαραίτητη οργάνωση και κατάρτιση για τον ακριβή υπολογισμό του ύψους της ζημίας που υφίσταται από την προεξόφληση, αυτή θα πρέπει να φέρει κατά συνέπεια και το βάρος αποδείξεώς της. Με όρους, όμως, σαν τον ανωτέρω αντιστρέφεται το βάρος απόδειξης σε βάρος του δανειολήπτη κατά παράβαση τουάρθρου 2§7 εδ. κζ΄ ν. 2251/1994, με τον τελευταίο να επιβαρύνεται με την επίκληση και το βάρος απόδειξης της πραγματικής ζημίας της τράπεζας, πράγμα ιδιαίτερα δυσχερές στην πράξη, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς ότι στη σύμβαση δανείου συνήθως δεν εξειδικεύονται σαφώς τα ειδικά και εύλογα κριτήρια διαμόρφωσης της αποζημίωσης της τράπεζας[190].

iii) Ο έλληνας νομοθέτης λαμβάνοντας υπόψη τις επιταγές της νομολογίας[191] για σαφή εξειδίκευση πέραν του ύψους και της αιτίας της οικονομικής επιβάρυνσης που καλείται να καταβάλει ο δανειολήπτης δυνάμει ΓΟΣ σε περιπτώσεις πρόωρης εξόφλησης δανείου, πρόσθεσε με το άρθρο 2§3 του ν. 3587/2007 στον κατάλογο καταχρηστικών ρητρών της §7το εδ. λβ΄,  σύμφωνα με το οποίο θεωρείται καταχρηστική κάθε ρήτρα που προβλέπει «την καταβολή αποζημίωσης στον προμηθευτή, χωρίς αυτός να υποχρεούται να επικαλεστεί και να αποδείξει τη ζημία που υπέστη». Με την εν λόγω διάταξη θεσπίζεται πλέον ρητά σε βάρος της τράπεζας η υποχρέωση επίκλησης και απόδειξης της ύπαρξης και του ύψους της ζημίας που υφίσταται λόγω της πρόωρης εξόφλησης[192].

Πρόκειται για εξειδίκευση της αρχής της διαφάνειας που επιβάλει τη διατύπωση των ΓΟΣ κατά τρόπο κατανοητό και σαφή, ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να αντιλαμβάνεται πλήρως τα αίτια, την έκταση και το περιεχόμενο των οικονομικών υποχρεώσεων που αναλαμβάνει κατά τη σύναψη της σύμβασης[193].Όπως επισημαίνεται[194] η τράπεζα οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει τη ζημία που υφίσταται λόγω της πρόωρης εξόφλησης και συγκεκριμένα «να δικαιολογήσει το ποσό που εισέπραξε ως κόστος επανατοποθέτησης του προ εξοφληθέντος κεφαλαίου δηλ. πως προκύπτει, με βάση ποια κριτήρια και ποιους υπολογισμούς». Επιβεβαιώνεται, συνεπώς, για ακόμη μία φορά ο κανόνας του συγκεκριμένου υπολογισμού και της κάλυψης της πραγματικής ζημίας που υφίσταται η τράπεζα, όπως απαντάται αυτός σε πληθώρα δικαστικών αποφάσεων[195].

 

 

 

                                                                                                                                                                                                                  

                                                                                   

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



[1]ΑΠ 1495/2006, ΔΕΕ 2006, 1307∙ ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460∙ ΕιρΘεσ 5985/2006, Αρμ 2006, 1739.

[2]  Καράκωστας, ΑΚ Ερμηνεία- Σχόλια-Νομολογία, 2006, άρθρο 324, αρ. 298.

[3]Βλ.  ΑΠ 753/1993, ΕΕΝ 61, 525. Επίσης βλ. Βαθρακοκοίλη, Ερμ.ΑΚ, 2001,  άρθρο 324-325, αρ. 7·Σπυριδάκη, Ενοχικό δίκαιο  Γενικό μέρος, 2004, 318.

[4]Βλ. Σταθόπουλο, Γενικό ενοχικό δίκαιο, 1998, 360.

[5]Βλ.Σπυριδάκη, Ενοχικό δίκαιο  Γενικό μέρος, 317. Εκτός από ρητή συμφωνία των μερών, γίνεται δεκτό ότι υπάρχει έμμεσος συμβατικός αποκλεισμός του δικαιώματος πρόωρης εξόφλησης, όταν ο χρόνος παροχής καθορίστηκε προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του δανειστή ή και του δανειστή. Βλ.Γεωργιάδη, ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, 1979, άρθρα 323-324, αρ. 23∙Σταθόπουλο, Γενικό ενοχικό δίκαιο, 1998, 361.

[6]Βλ. Γεωργιάδη, ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, 1979, άρθρα 323-324, αρ. 24

[7]Βλ. Βαθρακοκοίλη, Ερμ.ΑΚ, άρθρο 324-325, αρ. 3

[8]Βαθρακοκοίλης, Ερμ.ΑΚ, άρθρο 324-325, αρ. 3·Γεωργιάδης, ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρα 323-324, αρ. 25.

[9]Βαθρακοκοίλης, Ερμ.ΑΚ, άρθρο 324-325, αρ. 4·Γεωργιάδης, ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρα 323-324, αρ. 26.

[10]Αναλυτικά για λειτουργία των τόκων στο πλαίσιο της σύμβασης δανείου και τη σύνδεση και εξάρτησή τους από τον παράγοντα χρόνο βλ. κατωτ. 32.

[11]Βενιέρης, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 48-49.

[12]Βλ. Σταθόπουλο, Γενικό ενοχικό δίκαιο, 362.

[13]Βλ. κατωτ.35.

[14]Βενιέρης, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 48-49.

[15]Βλ.  Ζερδελή, Εργατικό δίκαιο, 2007, 1314 και 1315∙ τον ίδιο, Δίκαιο της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, 2002, 67∙ Καποδίστρια, ΕρμΑΚ Ενοχικό Δίκαιο Ι, 1954,  άρθρα 416-454, αρ. 43∙ Σταθόπουλο, ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 288, αρ. 61.

Επίσης ΑΠ 1466/1992, ΕλλΔνη 1994, 406∙ ΕφΠειρ 863/2008, ΔΕΕ 2009, 1112∙ ΕφΘεσ 2408/2006, Αρμ 2007, 1312∙ ΕιρΘεσ. 5985/2006, Αρμ 2006, 1739. ΕφΑθ 1912/2004, ΔΕΕ 2004, 930.

[16]Βλ. Ζερδελή, Εργατικό δίκαιο, 1326∙ Σταθόπουλο, Γενικό ενοχικό δίκαιο, 2004, 98.

[17]Βλ. Βενιέρη, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 20.

[18]ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460∙ ΕιρΡοδ 129/2008, ΝΟΜΟΣ∙ ΕιρΑθ 3110/2005, ΕΕμπΔ 2006, 92.

[19]Βενιέρης, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 40∙ ο ίδιος, ΧρΙΔ 2004, 476∙ Ψυχομάνης, Τραπεζικό δίκαιο Ι,  276. Η άποψη αυτή δέχεται έντονη κριτική από μερίδα της ελληνικής θεωρίας, διότι όταν ο λόγος καταγγελίας προέρχεται από τη σφαίρα εξουσίας του δανειολήπτη, προσκρούει στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, με αποτέλεσμα ο καταγγέλλων  να επωφελείται από τη δική του υπαίτια συμπεριφορά. Αναλυτικά Φίλιος, παρατηρήσεις  στην ΕφΑθ 7783/1983, ΕλλΔνη 1984, 362. Η τελευταία άποψη είναι κρατούσα στη γερμανική θεωρία και νομολογία, όπου υποστηρίζεται ειδικότερα ότι η δήλωση του δανειολήπτη για πρόωρη αποδέσμευσή του από τη σύμβαση δανείου δεν συνιστά άσκηση δικαιώματος καταγγελίας, αλλά λανθάνουσα πρόταση συνάψεως καταργητικής συμβάσεως, την οποία εάν αποδεχθεί η τράπεζα ως έχει, θεωρείται καταρτισμένη ακυρωτική συμφωνία κατά το άρθρο 192 ΑΚ (§ 146 ΒGB). Αν όμως, και πλέον πιθανό,  η τράπεζα ζητήσει για την πρόωρη λύση της σύμβασης οικονομικό αντάλλαγμα, τότε το αίτημά της αυτό αποτελεί νέα πρόταση κατά το άρθρο 191 ΑΚ (§ 150 Abs. 2 ΒGB), που έχει ως αντικείμενο πάλι καταργητική συμφωνία, αλλά με τον επιπρόσθετο όρο την καταβολή εκ μέρους του δανειολήπτη επιπλέον παροχής ως ανταλλάγματος-αποζημίωσης. Αναλυτικά βλ. Βενιέρη, Πρόωρη εξόφληση δανείου,22 επ∙ τον ίδιο,  ΧρΙΔ 2004, 477∙

[20]Βενιέρης, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 40-41∙ ο ίδιος, ΧρΙΔ 2004, 477. Βλ. όμως και Ψυχομάνη, Τραπεζικό δίκαιο Ι, 276, κατά τον οποίο ο δανειολήπτης-καταγγέλλων υποχρεούται μόνο σε απόδοση του κεφαλαίου και των τόκων μέχρι της καταγγελίας και σε καμία περίπτωση σε πρόσθετες παροχές και επιβαρύνσεις. Εάν, παρόλα αυτά, οι πρόσθετες παροχές και επιβαρύνσεις προβλέπονται σε σχετικές ρήτρες των συμβάσεων δανείου, τότε οι εν λόγω ρήτρες πάσχουν από ακυρότητα, διότι περιορίζουν και ματαιώνουν ουσιωδώς την άσκηση του δικαιώματος έκτακτης καταγγελίας, το οποίο συνιστά προσωπικό, διαπλαστικό δικαίωμα απορρέον από την καλή πίστη (200, 288 ΑΚ), ήτοι από αναγκαστικό δίκαιο, που δεν μπορεί να αποκλειστεί ή περιορισθεί με συμφωνία των συμβαλλομένων μερών.

[21]Ζερδελής,  Δίκαιο της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, 208.

[22]Βλ. Δέλλιο, ΕφΑΔ 2008, 29∙ Δούβλη/Μπώλο (- Χριστοπούλου), Δίκαιο προστασίας καταναλωτών, 2008, 1011 επ.

[23]Βλ. Εξέταση των διατάξεων - άρθρο 16 (υπό 3) στην αιτιολογική έκθεση της Πρότασης Οδηγίας, COM2002 (443) τελικό, όπου αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «Πολλά κράτη μέλη καθόρισαν το ύψος της αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα ή ακόμη απαγόρευσαν την καταβολή αυτής της αποζημίωσης». Σε ότι αφορά ειδικά την Ελλάδα η Ζ1-668/17-10-2002 Εγκύκλιος του Υπουργείου Ανάπτυξης είχε προβεί στην εκτίμηση ότι, βάσει της, υφιστάμενης νομοθεσίας και, συγκεκριμένα, του άρθρου 10§§2 και 3 της ΚΥΑ Φ1-983/1991, με το οποίο ενσωματώνονται στο ελληνικό δίκαιο οι αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 8 της Οδηγίας 87/102/ΕΟΚ, δεν επιτρέπεται η είσπραξη αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης.

[24]Βλ. Κλαβανίδου, Καταναλωτικά δάνεια, 121, σημ. 111∙ Ψυχομάνη, Τραπεζικό δίκαιο, 2010, 197.

[25]  Για την καλύτερη κατανόηση του τρόπου υπολογισμού της μείωσης η ερμηνευτική εγκύκλιος Φ1 – 4132/12-12-1991 παρέθετε το εξής παράδειγμα: Έστω ότι ένας καταναλωτής με δόσεις ψυγείο, του οποίου η καταβλητέα αξία με βάση τη σύμβαση πίστωσης είναι 257.143 δρχ., ενώ η τιμή τοις μετρητοίς ανέρχεται στο ποσό των 230.00 δρχ. Καταβάλλει ως προκαταβολή το 30% του ποσού (77.143 δρχ.) και το υπόλοιπο (180.00 δρχ.) σε 18 ισόποσες δόσεις από 10.000 δρχ. η καθεμία. Με βάση τα στοιχεία αυτά ο καταναλωτής επιβαρύνεται με ΣΕΠΕ=23,59 %. Έστω επίσης ότι ο καταναλωτής πληρώνει την 1η του ένατου μήνα την 9η δόση και την 5η του ίδιου μήνα κοινοποιεί στο κατάστημα την πρόθεσή του να εξοφλήσει το υπόλοιπο χρέος, Έστω ότι η πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την παρέλευση 30 εργάσιμων ημερών, ημέρα του οριστικού διακανονισμού του χρέους του είναι η 17η του επόμενου μηνός. Την ημέρα εκείνη ο καταναλωτής έχει ήδη πληρώσει και τη 10 δόση, οπότε οφείλει τις υπόλοιπες 8 συνολικού ύψους 80.000 δρχ. Αν την ημέρα αυτή ο πιστωτής επιβαρύνει τις νέες πιστωτικές συμβάσεις με επιτόκιο 18,5 %, τότε η παρούσα αξία την ίδια ημέρα είναι ίση προς 75.680 δρχ. Άρα η μείωση  στο συνολικό κόστος της πίστωσης είναι ίση προς 80.000 – 75.680 = 4.320 δρχ.

[26]Δέλλιος, ΕφΑΔ 2008, 29.

[27]Παρόμοια ρύθμιση προβλεπόταν και στο άρθρο 13 της ΚΥΑ Φ 1-983/1991  που όριζε αφενός μεν ότι από την έναρξη της ισχύος της καταργούνται όλες οι διατάξεις που αντιβαίνουν σε αυτή, αφετέρου δε ότι απαγορεύεται η διατύπωση των συμβάσεων πίστωσης με τέτοιο τρόπο, ώστε να καταστρατηγούνται οι διατάξεις της ΚΥΑ. Έτσι η εν λόγω διάταξη προσέδιδε αναγκαστικό χαρακτήρα στο δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης και μείωσης του συνολικού κόστους της πίστωσης του καταναλωτή. Βλ. Δούβλη/Μπώλο (- Χριστοπούλου), Δίκαιο προστασίας καταναλωτών, 1010 επ.

[28]Λιβαδά, Το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για την καταναλωτική πίστη, 291∙ Πελλένη-Παπαγεωργίου, ΝοΒ 2010, 285.

[29]Βλ. Δήλωση της Ελλάδας στο Σημείωμα Σημείου «Ι/Α» της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου της 2-4-2008, COM2002 (443) τελικό. Αποτελέσματα Εργασιών (υπό ΙΙ) της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου της 12-6-2006, COM2002 (443) τελικό. Βλ. επίσης άρθρο 16 της Πρότασης Οδηγίας, COM2002 (443) τελικό.

[30]Βλ. Αιτιολογία τροπολογίας 96 στη Δεύτερη Έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 2-4-2004 σχετικά «με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εναρμόνιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που διέπουν τις πιστώσεις που χορηγούνται στους καταναλωτές», COM2002 (443) τελικό. Η Επιτροπή είχε διαφορετική άποψη, αφού έκρινε απαράδεκτη τη δυνατότητα απαίτησης αποζημίωσης από τον πιστωτικό φορέα σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης του καταναλωτή, χωρίς να καθορίζονται επακριβώς οι όροι, βάσει των οποίων προσδιορίζεται ακριβώς η αποζημίωση αυτή,  αφήνοντας, αντίθετα, στα κράτη μέλη τη μέριμνα για τον ορισμό της αποζημίωσης που θα θεωρείται «αντικειμενική και δίκαιη». Το γεγονός αυτό πέρα από σημαντικές διαφορές μεταχείρισης μεταξύ των καταναλωτών, ενδέχεται κατά την Επιτροπή να δημιουργήσει ακόμη και συνθήκες στρέβλωσης της χρηματοπιστωτικής αγοράς μεταξύ των διαφόρων κρατών. Βλ. Γενικές παρατηρήσεις (υπό 4.2.6.) στη Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την«πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εναρμόνιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που διέπουν τις πιστώσεις που χορηγούνται στους καταναλωτές», COM2002 (443) τελικό.

[31]Βλ. Δέλλιο, ΕφΑΔ 2008, 29-30∙ Λιβαδά, Το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για την καταναλωτική πίστη, 292∙Πελλένη-Παπαγεωργίου, ΝοΒ 2010, 284-285∙  Micklitz-Reich-Rott(-Rott), UnderstandingeuConsumerLaw, 204-205.

[32]Βλ. Δέλλιο, ΕφΑΔ 2008, 30. Βλ. ΟλΑΠ 15/2007, ΔΕΕ 2007, 975. ΕιρΘεσ. 5985/2009, Αρμ 2006, 1739. ΕιρΑθ 3110/2005, ΕΕμπΔ 2006, 92.

[33]Βλ. Δέλλιο, ΕφΑΔ 2008, 29-30∙ Λιβαδά, Το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για την καταναλωτική πίστη, 293.

[34]Λιβαδά, Το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για την καταναλωτική πίστη, 294.

[35]Βλ. Κλαβανίδου, Καταναλωτικά δάνεια, 22

[36]Ο τόκος είναι το ποσό αγοραστικής δυνάμεως που παρέχεται στον πιστοδότη για την αποστέρηση του παραχωρηθέντος προς τον πιστολήπτη μεγαλύτερου ποσού αγοραστικής δυνάμεως. Βλ. Παμπούκη, Τραπεζικαί Πιστωτικαί Συμβάσεις, 168.

[37]Βλ.Κλαβανίδου, Καταναλωτικά δάνεια, 164∙Ρόκα, Στοιχεία τραπεζικού δικαίου, 71.

[38]Βλ. Βενιέρη, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 45-46∙ Γεωργακοπούλου, Χρηματιστηριακό και Τραπεζικό δίκαιο, 1999, 359∙ Παμπούκη, Τραπεζικαί Πιστωτικαί Συμβάσεις, 164 επ.

[39]Βλ. Δέλλιο, ΕφΑΔ 2008, 28-29. Βλ. στην αιτιολογική έκθεση (Δικαίωμα Πρόωρης εξόφλησης) στην Πρότασης Οδηγίας, COM2005 (83) τελικό. Παπανικολάου, Σκέψεις πάνω στον νέο νόμο (ν.3587/2007), για την προστασία των καταναλωτών, ΕλλΔνη 2008, 671.

[40]Βλ. Βενιέρη, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 46-47.

[41]Βενιέρης, ΧρΙΔ 2004, 479∙ Λιβαδά, Το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για την καταναλωτική πίστη, 293. Βλ. επίσης ΕιρΘεσ. 5985/2006, Αρμ 2006, 1739.  ΕιρΑθ 3110/2005, ΕΕμπΔ 2006, 92

[42]Βλ. αιτιολογική σκέψη 37 στην κοινή θέση του Συμβουλίου CONSOM69/JUSTCIV147/CODEC583/20-09-2007. Πρβλ. ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460, σύμφωνα με την οποία: «Η ζημία που θα αποκατασταθεί υπολογίζεται βάσει του κόστους χρήματος της τράπεζας, του περιθωρίου κέρδους της, του κέρδους από την επανατοποθέτηση του ποσού αλλά και κάθε κέρδους, που έχει η τράπεζα από την πρόωρη εξόφληση».

[43]Βλ. αναλυτικά Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 2004, 48 επ.∙ Αστ. Γεωργιάδη,  Ενοχικό Δίκαιο-Γενικό Μέρος Ι, 2003, 159 επ.

[44]Βλ. Δέλλιο, ΕφΑΔ 2008, 33.

[45]Βλ. και ανωτ.33 επ.

[46]Βλ. Δέλλιο, ΕφΑΔ 2008, 33∙ τον ίδιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 325∙ Λιβαδά, Το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για την καταναλωτική πίστη, 295.

[47]Βλ. αιτιολογική σκέψη 39 του προοιμίου της Οδηγίας 2008/48. Μάλιστα στο άρθρο 16 της αιτιολογικής έκθεσης της Πρότασης Οδηγίας, COM2002 (443) τελικό,  επισημαίνεται ότι η μεθοδολογία που θα χρησιμοποιείται από τον εκάστοτε πιστωτικό φορέα πρέπει να είναι αντικειμενική, να στηρίζεται πάντοτε σε μαθηματικές αρχές και να επιτρέπει την αυτόματη εξακρίβωση των περιπτώσεων, στις οποίες δεν επιβάλλεται αποζημίωση, κυρίως σε περίπτωση αύξησης των επιτοκίων στην αγορά.

[48]Δέλλιος, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 319-320.

[49]Βλ. Δικαίωμα Πρόωρης εξόφλησης (υπό 4.3.8) στην Πρότασης Οδηγίας, COM2004 (747) τελικό. Micklitz-Reich-Rott(-Rott), UnderstandingeuConsumerLaw, 204.

[50]Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εναρμόνιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που διέπουν τις πιστώσεις που χορηγούνται στους καταναλωτές, COM2002 (443) τελικό. (ΕΕ C234/30-9-2003)

[51]Βλ. όμως Δικαίωμα Πρόωρης Εξόφλησης (άρθρο 16) στην αιτιολογική έκθεση της Πρότασης Οδηγίας, COM2002 (443) τελικό, όπου αναφέρεται  χαρακτηριστικά ότι «ο πιστωτικός φορέας δικαιούται να αξιώσει μία –επίσης εύλογη- αποζημίωση επαναχρησιμοποίησης με σκοπό την αντιστάθμιση των εξόδων του και της απώλειας της επένδυσής του.» Ομοίως και στην αιτιολογική έκθεση (Δικαίωμα Πρόωρης εξόφλησης) στην Πρότασης Οδηγίας, COM2005 (83) τελικό, όπου αναφέρεται ότι «οι πιστωτικοί φορείς μπορούν να απαιτήσουν δίκαιη και αντικειμενική αποζημίωση για να αντισταθμίσουν την απώλεια που υφίστανται».

[52]Βλ. Δέλλιο, ΕφΑΔ 2008, 31∙ τον ίδιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 323.

[53]Βλ. Δέλλιο, ΕφΑΔ 2008, 31∙Λιβαδά, Το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για την καταναλωτική πίστη, 296.

[54]Βλ. κατωτ. 52 επ.

[55]Βλ. άρθρο 16 (Πρόωρη Αποπληρωμή) στην κοινή θέση του Συμβουλίου CONSOM69/JUSTCIV147/CODEC583/20-09-2007.

[56]Το εν λόγω εδάφιο αποσκοπούσε αφενός στο να αποκλείσει ενδεχόμενες ρήτρες αντιστροφής του βάρους απόδειξης σε βάρος του καταναλωτή, αφετέρου να αποσυνδέσει την αποζημίωση από την επιτοκιακή πολιτική του εκάστοτε πιστωτικού φορέα, θέτοντας ένα περισσότερο αξιόπιστο και αντικειμενικό κριτήριο, που συνιστά ασφαλή ένδειξη υπέρ της ύπαρξης ζημίας του πιστωτικού φορέα.Βλ. Δέλλιο, ΕφΑΔ2008, 32 και34∙ Micklitz-Reich-Rott (-Rott), Understanding eu Consumer Law, 205.

[57]  Βλ. Δέλλιο, ΕφΑΔ 2008, 31∙ Λιβαδά, Το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για την καταναλωτική πίστη, 296.

[58]Βλ. Γνώμη της Επιτροπής σχετικά με τις τροπολογίες που πρότεινε το Κοινοβούλιο (υπό 3), COM2008 (117) τελικό. Έτσι, το τελικό κείμενο της Οδηγίας επιτρέπει στον πιστωτικό φορέα να προσδιορίζει το ύψος της αποζημίωσης που δικαιούται λόγω της πρόωρης εξόφλησης, λαμβάνοντας υπόψη υποκειμενικές παραμέτρους σε ό,τι αφορά το κόστος του δικού του δανεισμού, υπό τον όρο βέβαια τήρησης των λοιπών προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 16 της Οδηγίας. Ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να αμφισβητήσει την αντικειμενικότητα της εφαρμοζόμενης από τον πιστωτικό φορέα μεθόδου  υπολογισμού της αποζημίωσης.

[59]Δέλλιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 330∙

[60]Βλ. Βενιέρη, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 92 επ.∙ Δέλλιο, ΕφΑΔ 2008, 30∙Λιβαδά, Το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για την καταναλωτική πίστη, 297∙ Μαρίνο/Βενιέρη, ΧρΙΔ 2005, 461∙ Μεντή, Γενικοί καταχρηστικοί όροι συναλλαγών σε καταναλωτικές και εμπορικές συμβάσεις, 2000, 118. Βλ. επίσης Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό δίκαιο, 153-154, ο οποίος πολύ εύστοχα αναφέρει ότι στο επίκεντρο της ευθύνης προς αποζημίωση βρίσκεται το πρόσωπο του ζημιωθέντος και η προστασία του προσώπου αυτού. Εν αντιθέσει με το ποινικό δίκαιο, στο αστικό δίκαιο δεν αποτελεί  σκοπό η επιβολή κύρωσης στο ζημιωθέντα, το πρόσωπο του οποίου έχει δευτερεύουσα σημασία. Έτσι εξηγείται, γιατί στην περίπτωση λ.χ. της αδικοπρακτικής ευθύνης, μολονότι η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει πταίσμα του ζημιώσαντος, κατά κανόνα είναι αδιάφορος γι’ αυτήν ο βαθμός του πταίσματος (εξαιρέσεις βλ. στα άρθρα 300 και 927 ΑΚ).

[61]Βλ. ανωτ. 15.

[62]ΑΠ 1495/2006, ΔΕΕ 2006, 1307. ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005/460. ΕφΑθ 6547/2009, ΔΕΕ 2010, 449. ΕφΑθ 5253/2003, ΧρΙΔ 2004, 134. ΠΠρΑθ 1111/2002, ΔΕΕ 2003, 422. ΕιρΘεσ. 5985/2006, Αρμ 2006, 1739. Ειρ.Αθ 2676/2004, ΧρΙδ 2005, 150.

[63]Βλ. εντούτοις Κουμάνη, Καταχρηστικοί γενικοί όροι συναλλαγών στεγαστικού δανείου, ΧρΙΔ 2004, 287, που την επιβάρυνση του δανειολήπτη τη χαρακτηρίζει «ποινική ρήτρα».

Βλ. επίσης ΕιρΑθ 2676/2004, όπου η επιβάρυνση του πιστολήπτη χαρακτηρίζεται από την τράπεζα ως «ποινή» (penalty).

[64]ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005/460. Βλ. όμως και ΕιρΡοδ 120/2008, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΑθ 1109/2006.

[65]ΟλΑΠ 15/2007, ΔΕΕ 2007, 975, σύμφωνα με την οποία  το ύψος της παροχής αυτής θα κριθεί με βάση την αρχή της εύλογης αποζημιώσεως, η οποία δεν μπορεί, σύμφωνα με τα άρθρα 281, 288 και 178 ΑΚ να υπερβεί το ύψος της πραγματικής ζημίας, θετικής ή αποθετικής, που υφίσταται ο δανειστής από την πρόωρη εξόφληση.  ΜΠρΑθ 4593/2005, ΔΕΕ 2006, 517. ΕιρΡοδ 120/2008, ΝΟΜΟΣ.

[66]Το εν λόγο εδάφιο προστέθηκε με τον ν. 3587/2007, (ΦΕΚ Α 152/10-7-2007).

 [67]Βλ. ΕιρΡοδ 129/2008, ΝΟΜΟΣ∙ ΕιρΑθ 3110/2005, ΕΕμπΔ 2006/92, που επισημαίνουν ότι  η διαφορά της μορφής επιτοκίου (κυμαινόμενο -σταθερό) είναι αποφασιστικής σημασίας για την αξιολόγηση της νομιμότητας των ρητρών προεξόφλησης.

[68]Βλ. Μαρίνο/Βενιέρη, ΧρΙΔ 2005, 463.

[69]Βλ. ΟλΑΠ 15/2007, ΔΕΕ 2007, 975. Ειρ.Θεσ. 5985/2006, Αρμ. 2006, 1739. ΕιρΑθ 3110/2005, ΕΕΔ 2006/92.

[70]Βλ. ΟλΑΠ 15/2007, ΔΕΕ 2007, 975.

[71]Βλ. ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460. ΕιρΡοδ 129/2008, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΑθ 3110/2005, ΕΕΔ 2006/92. ΕιρΑθ 2676/2004, ΧρΙΔ  2005, 150. Ομοίως και η με αριθ. 2485/1-7-2009  απόφαση της ανεξάρτητης αρχής «ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ».

[72]ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460. Θα πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι τα πιστωτικά ιδρύματα, που αποτελούν και τη συνηθέστερη μορφή πιστωτικών φορέων, συναλλάσσονται τη σημερινή εποχή με τόσο γρήγορους ρυθμούς και αυξάνουν συνεχώς τον όγκο των πιστώσεων που χορηγούν, ώστε η καθυστέρηση επανεπένδυσης του πρόωρα επιστραφέντος κεφαλαίου να αποτελεί σπάνιο φαινόμενο. Βλ. Μαρίνο/Βενιέρη, ΧρΙΔ 2005, 463.

[73]Βλ. Βενιέρη, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 73-74∙ τον ίδιο, παρατηρήσεις στην ΕιρΑθ3110/2005 ΕΕμπΔ 2006, 96. 

[74]Διότι και το κυμαινόμενο επιτόκιο σε τελική ανάλυση «καθορίζεται»  κατά κάποιο τρόπο από τα συμβαλλόμενα μέρη ως συνάρτηση διαφόρων παραμέτρων όπως το επιτόκιο αναφοράς, τον πληθωρισμό, το περιθώριο κέρδους κ.λ.π. Βλ. Δέλλιο, ΕφΑΔ 2008, 32.

[75]Η γαλλική μετάφραση της διάταξης είναι εξίσου το ίδιο σαφής με την αγγλική «…acondition que le remboursement  anticipeinterviennependantuneperiodeatauxfixe”.

[76]Βλ. Micklitz-Reich-Rott (-Rott), Understanding eu Consumer Law, 204.

[77]  Δέλλιος, ΕφΑΔ 2008, 32.Κατά τον Βενιέρη, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 80-81, και την Λιβαδά, Το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για την καταναλωτική πίστη, 298, υποσ. 1062,  η εδώ υποστηριζόμενη ερμηνευτική προσέγγιση ενισχύεται και από τη θέσπιση υποχρέωσης έγγραφης προσυμβατικής πληροφόρησης στο άρθρο 10§2 περ. ιη΄ της Οδηγίας σχετικά με το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης του πιστολήπτη και, κατά περίπτωση, σχετικά με το δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα και τον τρόπο καθορισμού της αποζημίωσης αυτής. Με τον όρο «κατά περίπτωση» ο κοινοτικός νομοθέτης υπονοεί περιπτώσεις σαν αυτή του κυμαινόμενου επιτοκίου, ήτοι περιπτώσεις στις οποίες δεν χωρεί αποζημίωση του πιστωτικού φορέα, οι οποίες και ορίζονται αναλυτικά στο άρθρο 16§3 της Οδηγίας.

[78]Εξάλλου στην Εξέταση των διατάξεων - άρθρο 16 (υπό 3) της Αιτιολογικής Έκθεσης της Πρότασης Οδηγίας, COM2002 (443) τελικό, αναφέρεται ρητά η απαλλαγή του καταναλωτή από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης στην περίπτωση των πιστώσεων με μεταβλητό χρεωστικό επιτόκιο.

[79]Πρόκειται για εξειδίκευση των τεσσάρων άρχων που πρέπει να διέπουν τη μέθοδο υπολογισμού της αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 39  του προοιμίου της Οδηγίας 2008/48 (…ο υπολογισμός της αποζημίωσης του πιστωτή πρέπει να είναι διαφανής και κατανοητός, να εφαρμόζεται με ευκολία και να προωθείται ο εποπτικός έλεγχος της αποζημίωσης από τις αρμόδιες αρχές…). Βλ. και ανωτ. 39.

[80]Βλ. αιτιολογική σκέψη 39 του προοιμίου της Οδηγίας 2008/48.

[81]Πρβλ. άρθρο 16§2 της Οδηγίας  και άρθρο 16§3γ της Υ.Α. Ζ1-699/2010.

[82]Λιβαδά, Το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για την καταναλωτική πίστη, 302.

[83]Βλ. ανωτ. 30 επ.

[84]Βλ. ανωτ. 42.

[85]Βλ. αναλυτικά Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 2004, §8, αριθ. 47 επ.

[86]Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι η καταργηθείσα ρύθμιση έθετε περισσότερους φραγμούς στη δυνατότητα αυθαιρεσίας του πιστωτικού φορέα, αφού συνέδεε την αποζημίωση με ένα περισσότερο διαφανές και αντικειμενικό κριτήριο, αυτό της πτωτικής τάσης του επιτοκίου αναφοράς της ΕΚΤ. Βλ. Δέλλιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 326 επ.

[87]Βλ.  Λιβαδά, Το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για την καταναλωτική πίστη, 332.

[88]Βλ. αιτιολογική σκέψη 40 του προοιμίου της Οδηγίας 2008/48.

[89]Βλ. ανωτ. 52 επ.

[90]  Βλ. επίσης και στην Εξέταση των διατάξεων - άρθρο 16 (υπό 3) της Αιτιολογικής Έκθεσης της Πρότασης Οδηγίας, COM2002 (443) τελικό.

[91]Βλ. επίσης και στην Εξέταση των διατάξεων - άρθρο 16 (υπό 3) της Αιτιολογικής Έκθεσης της Πρότασης Οδηγίας, COM2002 (443) τελικό, όπου επισημαίνεται ότι στις περιπτώσεις αυτές «κανένα από τα ενδιαφερόμενα μέλη δεν ενδιαφέρεται να διατηρήσει την πίστωση, αντίθετα τα ποσά που καταβάλλονται για τη σύμβαση ασφαλείας πρέπει να συμβάλλουν στη λήξη της συμβατικής σχέσεις».

[92]Βλ.Δέλλιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 331∙ τον ίδιο, ΕφΑΔ 2008, 34∙ Λιβαδά, Το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για την καταναλωτική πίστη, 302.

[93]Βλ. και ορισμό της δυνατότητας υπερανάληψης στο άρθρο 3 περ. δ΄ της Οδηγίας.

[94] Δέλλιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 331-332∙ τον ίδιο, ΕφΑΔ 2008, 34-35∙ Λιβαδά, Το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για την καταναλωτική πίστη, 302.

[95]Ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, η οποία έχει αναγνωρισθεί από το Δ.Ε.Κ, ως «γενικώς αποδεκτός κανόνας δικαίου» και ως «γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου». Βλ. Δ.Ε.Κ.,  απόφαση17-12-1970, C-11/70 Internationale Handelsgesellschaft mbH c. Einfuhr-und Vorratstelle κατάGetreide und Futtermittel, Συλλογή1970, Ι-1125. Η απόφαση αυτή υπήρξε σταθμός στην αναγνώριση της αρχής της αναλογικότητας ως αρχής του κοινοτικού δικαίου, στην οποία μάλιστα το Δικαστήριο προσπάθησε για πρώτη φορά να εντοπίσει τα συστατικά στοιχεία της αρχής της αναλογικότητας υπό ευρεία έννοια (lato sensu). Βλ. ενδεικτικά νεότερες δικαστικές όπως ΔΕΚ, απόφαση 2-3-2010,C-135/08, Janko Rottmann κατά Freistaat Bayern, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή σκέψεις 55-59. ΔΕΚ, απόφαση 5-6-2008, C-534/2006, IndustriaLavorazioneCarniOvineSrlκατά RegioneLazio, Συλλογή 2008, Ι-04129, σκέψεις 25-26.ΔΕΚ, απόφαση26-6-1997,  C-368/95, Vereinigte Familiapress Zeitungsverlags- und Vertriebs GmbH καιHeinrich Bauer Verlag, Συλλογή1997, Ι-03689. Η αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνεται επίσης ως γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου στο άρθρο 5ΣυνθΕΚ (ήδη άρθρο 5 ΣΕΕ), επιβάλλει τόσο στα κοινοτικά όργανα όσο και στα κράτη μέλη, έναν περιορισμό στην άσκηση των αρμοδιοτήτων τους που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο, απαιτώντας τα μέτρα που υιοθετούνται να βρίσκονται σε εύλογη σχέση, δηλαδή σε αναλογία, προς το επιδιωκόμενο από αυτά αποτέλεσμα.Αναλύεται σε τρεις επιμέρους κατευθύνσεις: στην αρχή της καταλληλότητας, στην αρχή της αναγκαιότητας και στην αρχή της αναλογικότητας υπό τη στενή έννοια. Συγκεκριμένα, το υιοθετούμενο μέτρο πρέπει είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, δηλαδή να είναι απολύτως επιβεβλημένο ή απαραίτητο προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και να μην υπάρχει λιγότερο επαχθές μέτρο μεταξύ εκείνων που δύνανται να επιτύχουν το αυτό αποτέλεσμα. Στην τελευταία περίπτωση, όπου υπάρχει δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσοτέρων μέτρων, πρέπει να εξετάζεται το υιοθετούμενο μέτρο εν συγκρίσει προς τα άλλα επίσης καταρχήν κατάλληλα μέτρα, ώστε να διαπιστωθεί μήπως τα μειονεκτήματα που επέρχονται είναι μεγαλύτερα από τα πλεονεκτήματα. ΔΕΚ  Τέλος, τα μέτρα που υιοθετούνται να βρίσκονται σε εύλογη σχέση, δηλαδή σε αναλογία, προς το επιδιωκόμενο από αυτά αποτέλεσμα.

[96]Βλ. ανωτ. 17 επ.

[97]Δέλλιος, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 134.

[98]Θα πρόκειται είτε για λόγους ανωτέρας βίας είτε για λόγους που οφείλονται σε υπαιτιότητα του πιστωτικού φορέα, όπως λ.χ. παράβαση ουσιωδών όρων της σύμβασης πίστωσης.

[99]ΟλΑΠ 15/2007, ΔΕΕ 2007, 975. ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460. ΕφΑθ 6547/2009, ΔΕΕ 2010, 449. ΕφΑθ 5353/2003, ΔΕΕ 2004, 797. ΠΠρΑθ 1119/2002, ΔΕΕ 2003, 422. ΕιρΡοδ 129/2008, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΘεσ. 5985/2006, Αρμ. 2006,1739. ΕιρΑθ 3110/2005, ΕΕμπΔ 2006, 92. ΕιρΑθ 2676/2004, ΧρΙΔ 2005, 150.

[100]Βλ. Δέλλιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 4 επ.

[101]Βλ. Δέλλιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 4 επ.∙ Κουμάνη, Καταχρηστικοί γενικοί όροι συναλλαγών στεγαστικού δανείου, ΧρΙΔ 2004, 282.

[102]Πρόκειται για ειδικότερη έκφανση της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων πουσε συνταγματικό επίπεδο κατοχυρώνεται στο άρθρο 5§1 Σκαι σε αστικό επίπεδο στο άρθρο 361 ΑΚ.Η εν λόγω αρχή αναλύεται επιμέρους στην ελευθερία επιλογής κατάρτισης ή μη της σύμβασης και στην ελευθερία προσδιορισμού των όρων της σύμβασης. Αναλυτικά βλ. Γεωργιάδη Αστ., Γενικό Ενοχικό Δίκαιο Ι, 282 επ.∙ Κουμάνη, ΧρΙΔ 2004, 282.

[103]Η δυσκολία αυτή διογκώνεται από το γεγονός ότι πολύ συχνά στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες οι διμερείς συμβάσεις συνδέονται με άλλες γενικές συμβάσεις, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχει ένα μεγάλο και πολυσέλιδο συμβατικό κείμενο, με αποτέλεσμα ο καταναλωτής να αγνοεί για τι επακριβώς έχει υπογράψει στη σύμβαση. Βλ. Καλαμπόκα-Γιαννοπούλου, ΔΕΕ 2000,17-18. Γενικά για τη διαπραγματευτική μειονεξία του καταναλωτή βλ. αναλυτικά  Δέλλιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 5 επ.∙ τον ίδιο, ΝοΒ 2003, 218∙ Δωρή, ΝοΒ 2000, 742.

[104]Για την εξεύρεση μίας δίκαιης εξισορρόπησης των αντικρουόμενων συμφερόντων των συμβαλλομένων μερών (συμβατική ισορροπία) χρησιμοποιείται ως γνώμονας ο καθοδηγητικός χαρακτήρας των διατάξεων ενδοτικού δικαίου που ρυθμίζουν το συγκεκριμένο είδος σύμβασης. Βλ. ΑΠ 1219/2001, ΔΕΕ 2001, 1128. ΠΠρΑθ 1119/2002, ΔΕΕ 2003, 422. Αν πρόκειται, όμως, για νομοθετικά αρρύθμιστη σύμβαση, τότε ο καθορισμός των εκατέρωθεν συμφερόντων θα γίνει με βάση την γενική αρχή της καλής πίστης, με αναφορά στο σκοπό και τη φύση της εν λόγω σύμβασης. Βλ. Λελεντζή, ΝοΒ 2002, 279 επ. 

[105]Όπως πολύ ορθά επισημαίνεται «η συμβατική ελευθερία από μέσο διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης μετατρέπεται στην ουσία σε μέσο μονομερούς επιβολής των όρων του ενός έναντι του άλλου». Βλ. Δωρή, ΝοΒ 2000, 748.

[106]  Βλ. ενδεικτικά άρθρο 10§2 της Οδηγίας 2008/48, άρθρο 5 της Οδηγία 91/13, άρθρο 6§2 της Οδηγίας 1999/44/ΕΟΚ σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών (ΕΕ L171/7-7-1999). Επίσης ΔΕΚ, απόφαση της 29.4.2004, C-70/03, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Βασιλείου της Ισπανίας, Συλλογή 2004, I-7999, σκέψη 8.  Ομοίως, ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460.

[107]Βλ. Βενιέρη, Παρατηρήσεις στην ΕιρΑθ 2676/2004, ΧρΙΔ 2005, 153∙ Κουμάνη, ΧρΙΔ 2004, 282∙ Μαρίνο/Βενιέρη, ΧρΙΔ 2005, 464-465∙ Μεντή, ΧρΙΔ 2001, 561.

[108]Βλ. Δέλλιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 133-134∙ τον ίδιο, Προστασία των καταναλωτών και σύστημα ιδιωτικού δικαίου ΙΙ, 376∙  Λελεντζή, ΝοΒ 50, 287 επ.  Ομοίως ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460. ΕιρΡοδ. 129/2008, ΝΟΜΟΣ.

[109]Βλ. Δέλλιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 134. Για τη διασύνδεση της αρχής της διαφάνειας με τον ανταγωνισμό βλ. Ασίκη, παρατηρήσεις στην ΠΠρΑθ 1119/2002, ΔΕΕ 2003, 447.

[110]  Πριν τη θέσπιση του ν. 3587/2007, η αρχή της διαφάνειας, με την έννοια της σαφούς και κατανοητής διατύπωσης των γενικών όρων συναλλαγών, δεν κατοχυρωνόταν ρητά στο άρθρο 2 ν. 2251/1994. Εντούτοις, η ελληνική νομολογία, προβαίνοντας σε μία σύμφωνη με τη κοινοτική οδηγία 91/13 ερμηνεία, δεχόταν ότι η αρχή συναγόταν σαφώς από το συνολικό περιεχόμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Βλ. ΑΠ 430/2005, ΕλλΔνη 2005, 793. ΑΠ 1030, 2001, ΔΕΕ 2001, 1125. ΕφΑθ 5253/2003, ΧρΙΔ 2004, 134. ΠΠρΑθ 1119/2002, ΔΕΕ 2003, 422, σύμφωνα με την οποία η μη αναφορά εφάπαξ επιβάρυνσης, ύψους 1% επί του ποσού του δανείου, που αφορά έξοδα χρηματοδότησης, στους έντυπους γενικούς όρους συναλλαγών δημιουργεί «ασαφή εικόνα στον μέσο καταναλωτή, ήτοι στον διαθέτοντα τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του  απόφασης καταναλωτή, για τις συμβατικές υποχρεώσεις και ειδικά για τις οικονομικές επιβαρύνσεις που ο τελευταίος αναλαμβάνει κατά τη σύναψη του επίδικου στεγαστικού δανείου. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται αδιαφάνεια, μη συγκρισμότητα με αντίστοιχες παροχές άλλων τραπεζών και μη ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού σε βάρος των καταναλωτών. Κατ’ ακολουθίαν τούτων […] προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας που απορρέει απευθείας από τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994».

[111]Κουμάνης, ΧρΙΔ 2004, 283.

[112]Βλ. ΑΠ 1219/2001, ΔΕΕ 2001, 1128.                                     

[113]Βλ. ΠΠρΑθ 1119/2002, ΔΕΕ 2003, 423.

[114]Για την πρόταση και αποδοχή της συμφωνίας ένταξης κατά τα άρθρα 185 επ. ΑΚ βλ. λεπτομερώς Δέλλιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 139 επ.∙Καράσης, Γενικοί όροι συναλλαγών. Δικαστικός έλεγχος. Με μία εισαγωγή στη ρύθμιση των ν. 1961 και 2000/1991, 1992, 51.

[115]Βλ. ΑΠ 843/2001, ΕλλΔνη 2002, 751. ΠΠρΑθ 711/2007, ΝΟΜΟΣ. ΠΠρΑθ 1119/2002, ΔΕΕ 2003, 423. ΠΠρΑθ 3229/1996, Αρμ. 1997, 551.

[116]Δεν τηρείται, συνεπώς, η υποχρέωση υπόδειξης, όταν οι ΓΟΣ δεν τίθεται στην άμεση διάθεση του καταναλωτή και συγκεκριμένα  όταν η τράπεζα δηλώνει ότι οι ΓΟΣ είναι κατατεθειμένοι σε συμβολαιογράφο ή πρόκειται να αποσταλούν στον καταναλωτή, εφόσον το ζητήσει. Βλ. αναλυτικά Μεντή, Γενικοί όροι συναλλαγών σε καταναλωτικές και εμπορικές συμβάσεις. Ερμηνεία του άρθρου 2§§ 1-10 ν. 2251/1994, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2741/1999, 2000, 40.

[117]Δέλλιος, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 145∙

[118]Μεντής, Γενικοί όροι συναλλαγών σε καταναλωτικές και εμπορικές συμβάσεις. Ερμηνεία του άρθρου 2§§ 1-10 ν. 2251/1994, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2741/1999, 39-40∙ Γεωργακόπουλος, Εγχειρίδιο εμπορικού δικαίου ΙΙ, 1994, 16.

[119]Δέλλιος, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 145∙ Καράσης, Γενικοί όροι συναλλαγών. Δικαστικός έλεγχος. Με μία εισαγωγή στη ρύθμιση των ν. 1961 και 2000/1991,  51.

[120]ΠΠρΑθ 1119/2002, ΔΕΕ 2003, 423.

[121]Βλ. ανωτ. 19.

[122]Βλ. Δέλλιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 146 επ.

[123]Η νέα γραμματική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 2§1 του ν. 2251/1994, έχει αποδοκιμαστεί από μερίδα της νομολογίας, καθότι δίνεται η εντύπωση ότι υπαίτια άγνοια των ΓΟΣ αρκεί για την ένταξη των ΓΟΣ στη σύμβαση, ακόμα και δεν έχει τηρηθεί η υποχρέωση υπόδειξης των ΓΟΣ και παροχής δυνατότητας για πραγματική γνώση του περιεχομένου τους, γεγονός που εμφανώς δεν συνάδει με τον προστατευτικό σκοπό της διάταξης. Βλ. λεπτομερώς Δέλλιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 151.

[124]Η ατέλεια της προηγούμενης νομοθετικής ρύθμισης ως προς την αντιμετώπιση τέτοιου είδους όρων είχε επισημανθεί και από τον Δωρή, ΝοΒ 2000, 745.

[125]Βλ. Λελεντζή, ΝοΒ 50, 285, σημ. 74.

[126]ΠΠρΑθ 1119/2002, ΔΕΕ 2003,438-439.

[127]Βλ. Καράση, Γενικοί όροι συναλλαγών. Δικαστικός έλεγχος. Με μία εισαγωγή στη ρύθμιση των ν. 1961 και 2000/1991, 62.  Βλ. ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460. ΠΠρΑθ 1119/2002, ΔΕΕ 2003,438-439.

[128]  Πριν το ν. 3587/2007, το παλαιό άρθρο 2§5 εδ. α΄ του ν. 2251/1994 έκανε λόγο για «ανάγκη προστασίας του καταναλωτικού κοινού». Η  ίδια έκφραση, όμως, χρησιμοποιείται και στο άρθρο 10§6 που ρυθμίζει αποκλειστικά το ένδικο βοήθημα της συλλογικής αγωγής, γι’ αυτό και κρίθηκε σκόπιμη η αναδιατύπωση της ρύθμισης προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι αυτή ισχύει μόνο κατά την ερμηνεία των ΓΟΣ επί συλλογικών αγωγών.

[129]Δέλλιος, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 161 επ.

[130]ΠΠρΑθ 711/2007, ΝΟΜΟΣ. ΠΠρΑθ 1119/2002, ΔΕΕ 2003, 423. ΠΠρΑθ 3229/1996, Αρμ. 1997, 551.

[131]ΠΠρΑθ 3229/1996, Αρμ. 1997, 551. Βλ. επίσης Καζάκο, Αστικό δίκαιο, οικονομία της αγοράς και προστασία των καταναλωτών. Από το εργατικό δίκαιο στο δίκαιο προστασίας εξαρτημένων ομάδων, 1987, 169.

[132]ΕφΑθ 4958/2004, ΔΕΕ 2005, 196. Απόφαση 99/2009 της ανεξάρτητης αρχής «ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ».

[133]ΕφΑθ 6401/2002, ΔΕΕ 2003, 412.

[134]Δέλλιος, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 165.

[135]ΕιρΑθ. 269/2008, Αρμ. 2008, 1209. ΕιρΑθ. 3441/2007, ΧρΙΔ 2008, 136. ΕιρΑθ 2676/2004, ΧρΙΔ 2005, 150.

[136]Βλ. ΑΠ 652/2010, ΔΕΕ 2010, 943.ΕιρΑθ 1642/2008, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΑθ. 3441/2007, ΧρΙΔ 2008, 136.

[137]ΕφΑθ 5253/2003, ΔΕΕ 2004, 797 που αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «Ο με αρ. 6 όρος, κατά το μέρος που προβλέπει ότι στα βιβλία που τηρεί η εναγομένη και τη στήλη χρέωση θα καταχωρούνται οι προμήθειες ενώ στη στήλη πίστωση θα καταχωρούνται οι καταβολές που θα γίνονται για τις εν λόγω προμήθειες, είναι παράνομος, γιατί αντίκειται στην ΠΔΤΕ 1969/91 για την οποία έγινε λόγος, η οποία απαγορεύει την είσπραξη προμήθειας από τις τράπεζες. Κατά το μέρος δε που προβλέπει ότι το απόσπασμα από τα βιβλία της εναγομένης θα αποτελεί πλήρη απόδειξη κατά του οφειλέτη για το υπόλοιπο που θα οφείλεται είναι καταχρηστικός γιατί προσκρούει στις παρ. 6 και 7 εδ. κζ` του άρθρου 2 του ν. 2251/94, οι οποίες θεωρούν καταχρηστικούς τους όρους που έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή και αναστρέφουν το βάρος της απόδειξης σε βάρος του καταναλωτή ή περιορίζουν υπέρμετρα τα αποδεικτικά του μέσα».

[138]Βλ. ΟλΑΠ 15/2007, ΔΕΕ 2007, 975.

[139]Βλ. Βενιέρη, ΧρΙΔ 2005, 153∙ Λελεντζή, ΝοΒ 50, 279.

[140]Βλ. ΟλΑΠ 15/2007, ΔΕΕ 2007, 975. ΑΠ 1495/2006, ΔΕΕ 2006, 1307. ΑΠ 296/2001, ΔΕΕ 2001, 1112.  ΕφΑθ 3210/2008, Ελλ.Δικ. 2010, 144. ΕφΑθ 3499/2008, ΝΟΜΟΣ.

[141]ΔΕΚ, απόφαση 24-10-2002, C-99/01, Verwaltungsgerichtshof κατά Gottfried Linhart και Hans Biffl, Συλλογή 2002,Ι-09375, σκέψη 32. ΔΕΚ, απόφαση 6-7-1995, C-470/93,  Verein gegen Unwesen in Handel und Gewerbe Köln e.V. κατά Mars GmbH, Συλλογή 1995, Ι-1923, σκέψη 24.  ΔΕΚ, απόφαση της 6-7-1995, C-470/93, VereingegenUnweseninHandelundGewerbeKölne.V. κατά MarsGmbH, Συλλογή 1995,Ι-01923, σκέψη 24. Για τα διάφορα πρότυπα που έχουν κατά καιρούς προταθεί από τη θεωρία βλ. αναλυτικάΔέλλιο, Προστασία του καταναλωτή και σύστημα ιδιωτικού δικαίου ΙΙ, 242 επ.∙ τον ίδιο, Τομές της σύγχρονης αεροπαγίτικης νομολογίας στα ζητήματα συλλογικού ελέγχου των γενικών όρων καταναλωτικών συμβάσεων, ΕλλΔ 2001, 1514 επ.∙ Λελεντζή, Ο έλεγχος του περιεχομένου των γενικών όρων συναλλαγών (άρθρο2§§6 και 7ν. 2251/1994) κατά την πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου, ΝοΒ 50, 294 επ. 

[142]Βλ. ΟλΑΠ 15/2007, ΔΕΕ 2007, 828. ΑΠ 652/2010, ΔΕΕ 2010, 943. ΑΠ 1495/2006, ΔΕΕ 2006, 1307. ΑΠ 11/2006, ΔΕΕ 2006, 304. ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460. ΑΠ 296/2001, ΔΕΕ 2001, 1112. ΑΠ 1219/2001, ΔΕΕ 2001, 1128. ΕφΑθ 5253/2003, ΔΕΕ 2004, 797. ΠΠρΘεσ 36104/2006, 2007, 470. ΠΠρΑθ 2235/2003, ΝοΒ 2004, 425. ΠΠρΑθ 1119/2002, ΔΕΕ 2003, 422. ΠΠρΑθ 3229/1996, Αρμ 1997, 551. ΜΠρΑθ 4593/2005. ΜΠρΑθ 4954/1998, ΔΕΕ 1999, 1182. ΕιρΑθ 1540/2008, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΘεσ 5985/2006, Αρμ. 2006, 1739. ΕιρΑθ 2175/2004, ΔΕΕ 2005, 74. Βλ. από θεωρία ενδεικτικά  Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές, 2002, §33, αρ. 29. Δέλλιο, Η προστασία του καταναλωτή στις τραπεζικές συναλλαγές, ΝοΒ 1992, 812 επ.∙ τον ίδιο, ΕλλΔ 2001, 1512∙ Δωρή, ΝοΒ 2000, 737 επ. Καλαμπόκα-Γιαννοπούλου, ΔΕΕ 2000,17∙ Μεντή, ΧρΙΔ 2001, 560∙ Μπεχλιβάνη, παρατηρήσεις στην ΟλΑΠ 6/2006, ΕπισκΕΔ 2006, 95∙ Παπανικολάου, Σύνταγμα και αυτοτέλεια του Αστικού δικαίου, 2006, 67, σημ.195.

[143]Βλ. ανωτ. 61 επ.

[144]Βλ. Δέλλιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 12-13∙ Κουμάνη, ΧρΙΔ 2004, 282.

[145]Βλ. ΑΠ 1219/2001, ΔΕΕ 2001, 1128.

[146]Βλ. Δέλλιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 11∙ Καζάκο, Αστικό δίκαιο, οικονομία της αγοράς και προστασία των καταναλωτών. Από το εργατικό δίκαιο στο δίκαιο προστασίας εξαρτημένων ομάδων, 167.

[147]Βλ. Δέλλιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 174 επ.∙ Λελεντζή, ΝοΒ 50, 278 επ. Ομοίως, ΑΠ 2123/2009, ΔΕΕ 2010, 714. ΕφΑθ 6547/2009, ΔΕΕ 2010, 449. ΕφΘεσ 2788/2009, ΕπισκΕΔ 2010, 196. ΕφΑθ 3956/2008, ΔΕΕ 2009, 837. ΕφΘεσ 630/2008, Αρμ 2010, 230. ΕφΛαρ 298/2008, ΕπισκΕΔ 2008, 1063. ΠΠρΑθ 3229/1996, Αρμ 1997, 551. ΕιρΑθ 3441/2007, ΧρΙΔ 2008, 136. ΕιρΑθ 2676/2004, ΧρΙΔ 2005, 150.

[148]ΕφΑθ 3956/2008, ΔΕΕ 2009, 837.

[149]Το άρθρο 3§1 της Οδηγία 93/13 ορίζει ότι ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική και όχι υπέρμετρη ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση. Βλ. σχετικά Δωρή, ΝοΒ 2000, 747∙Μπεχλιβάνη, ΕπισκΕΔ 2006, 95∙

[150]ΑΠ 296/2001, ΔΕΕ 2001, 1112. ΑΠ 127/2005, ΕλλΔνη 2005, 1700. ΕφΑθ 2386/2006, ΕλλΔνη 2006, 1467. Βλ. όμως και ΑΠ 1401/1999, ΔΕΕ 2000, 192. ΕφΑθ 1448/1998, Αρμ 1999, 97, που προβαίνοντας σε στενή γραμματική ερμηνεία της διάταξης ανέτρεψαν τις πρωτόδικες αποφάσεις λόγω συν τοις άλλοις μη υπέρμετρης διατάραξης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων με τις υπό κρίση ρήτρες.

[151]Δεν αρκούσε δηλαδή η απλή διατάραξη, εξακολουθούσε αυτή να πρέπει να είναι ουσιώδης ή σημαντική  μέσω τελολογικής συστολής πλέον της διάταξης του άρθρου 2§6 του ν. 2251/1994 Βλ. ΟλΑΠ 15/2007, ΔΕΕ 2007, 975. ΟλΑΠ 6/2006, ΔΕΕ 2006, 665. ΑΠ 1495/2006, ΔΕΕ 2006, 1307. ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460. ΑΠ 2011/2004, ΕλλΔνη 2007, 133.

[152]Πρόκειται για κατάλοιπο της αρχής quisuojureutiturneminemlaedit.  Βλ. Δέλλιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 181∙τον ίδιο, Προστασία των καταναλωτών και σύστημα ιδιωτικού δικαίου ΙΙ, 440.

[153]Βλ. Για το ενδοτικό δίκαιο ως εξειδίκευση της αρχής της εξισωτικής δικαιοσύνης την ΠΠρΑθ 3229/1996, Αρμ 1997, 551.

[154]Βλ. Γκούσκου, ΔΕΕ 1997,664.

[155]Βλ. ενδεικτικά ΟλΑΠ 15/2007, ΔΕΕ 2007, 975. ΑΠ 652/2010, ΔΕΕ 2010, 943. ΕφΑθ 6547/2009, ΔΕΕ 2010, 449. ΕφΑθ 5253/2003, ΔΕΕ 2004, 797. ΕιρΑθ 269/2008, Αρμ 2008, 1209. ΕιρΑθ 3441/2007, ΧρΙΔ 2008, 136.  ΕιρΑθ 2676/2004, ΧρΙΔ 2005, 150.

[156]Βλ. αναλυτικά Δέλλιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 191 επ.

[157]Βλ. ΟλΑΠ 15/2007, ΔΕΕ 2007, 975.

[158]Βλ. Δέλλιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460 σύμβασης, 209∙Δωρή, ΝοΒ 2000, 752.

[159]Βλ. Κοτζάμπαση, Οι απαλλακτικές ρήτρες στους γενικούς όρους συναλλαγών, 2001, 43 επ.

[160]Το εδ. λβ΄ προστέθηκε μεάρθρου 2§3 του ν. 3587/2007.

[161]Βλ. ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460. ΕφΑθ 5253/2003, ΔΕΕ 2004, 797. ΕιρΡοδ 129/2008, ΝΟΜΟΣ. ΜΠρΑθ 4593/2005, ΔΕΕ 2006, 517.

[162]Βλ. Βενιέρη, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 73-74∙ Μεντή, Γενικοί όροι συναλλαγών σε καταναλωτικές και εμπορικές συμβάσεις, 121. Ομοίως η ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460.

[163]ΑΠ 652/2010, ΔΕΕ 2010, 943. ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460. ΕιρΑθ 1642/2008, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΑθ 1540/2008, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΑθ 269/2008, Αρμ 2008, 1209.

[164]Βλ. Δέλλιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 228.

[165]Μεντής, ΧρΙΔ 2001, 562.

[166]ΑΠ 1030/2001, ΔΕΕ 2001, 1125. ΠΠρΑθ 961/2007, ΝΟΜΟΣ.

[167]ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460. ΕφΑθ 5253/2003, ΔΕΕ 2004, 797.

[168]Εντούτοις, σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο τραπεζικό όρο στη θεωρία έχει διατυπωθεί και η αντίθετη άποψη. Προσδίδοντας  στη οικονομική επιβάρυνση του δανειολήπτη (2,5% επί του πρόωρα επιστραφέντος κεφαλαίου) χαρακτήρα περισσότερο ποινικής ρήτρας, η εξεταζόμενη άποψη υποστηρίζει ότι ο σχετικός τραπεζικός όρος δεν προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, διότι ρυθμίζει τη μη τήρηση του αρχικώς συμφωνηθέντος χρόνου αποπληρωμής του δανείου, που συνιστά ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης και ως εκ τούτου δεν εκφεύγει της προσοχής των συμβαλλομένων μερών.  Ο συγκεκριμένος όρος έχει αναμενόμενο χαρακτήρα, με την έννοια ότι απαντάται συχνά σε συμβάσεις δανείου παρόμοιου περιεχομένου και συνεπώς ο καταναλωτής έχει την ευχέρεια να συγκρίνει στο πλαίσιο της ομαλής λειτουργίας του ανταγωνισμού τη συγκεκριμένη επιβάρυνση με αντίστοιχες επιβαρύνσεις άλλων πιστωτικών ιδρυμάτων και να επιλέξει στο τέλος το πιο επωφελές γι’ αυτόν συμβατικό πλαίσιο δανειοδότησης.Βλ. αναλυτικάΚουμάνη, ΧρΙΔ 2004, 286 επ.

[169]ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460. ΠΠρΑθ 1119/2001, ΔΕΕ 2003, 438-439.

[170]  Βλ. ανωτ. 52 επ.

[171]Διότι όπως αναφέρεται στην ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460, ο καταναλωτής αιφνιδιάζεται, όταν κατά την κατάρτιση της σύμβασης, η τράπεζα κάνει λόγο για αποκατάσταση της ζημίας της, ενώ κατά την άσκηση του δικαιώματος της πρόωρης εξόφλησης, η τράπεζα χρησιμοποιεί τον όρο αντιπαροχή ως αντίτιμο στην «παροχή» της έναντι του δανειολήπτη.

[172]Βλ. ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460. ΜΠρΑθ 4593/2005, ΔΕΕ 2006, 517. ΕιρΑθ 2676/2004, ΧρΙΔ 2005, 151. Βλ. όμως και Παπανικολάου, ΕλλΔνη 2008, 672 επ., που υποστηρίζει ότι η ΑΠ 430/2005 θέτει ιδιαίτερα αυστηρές προϋποθέσεις σε ότι αφορά τη διατύπωση του επίδικου όρου της δανειακής σύμβασης, με αποτέλεσμα να υπονομεύεται η φύση και λειτουργία των ΓΟΣ ως συμβατικών όρων που αποσκοπούν στην απλοποίηση των συναλλαγών.

[173]Βλ. Βενιέρης, ΧρΙΔ 2004, 472 επ.∙ Μαρίνο/Βενιέρη, ΧρΙΔ 2005, 465.

[174]Βλ. ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460. ΕιρΡοδ 129/2008, ΝΟΜΟΣ, που αφορούν συμβάσεις δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο.  Αντιθέτως, σε συμβάσεις δανείου με σταθερό επιτόκιο, που κατά κανόνα τα πιστωτικά ιδρύματα υφίστανται ζημία από την προεξόφληση της σύμβασης,  η νομολογία δεν φαίνεται να είναι εξίσου απαιτητική ως προς την τήρηση των συγκεκριμένων όρων διαφάνειας (αίτια, παράγοντες βάσει των οποίων διαμορφώνεται το ποσοστό ή ποσό της αποζημίωσης που αναγράφεται στη σύμβαση κ.ο.κ) των ΓΟΣ που ρυθμίζουν την αποζημίωση της τράπεζας σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης Βλ. ΕφΑθ 6547/2009, ΔΕΕ 2010, 449. ΕιρΘεσ 5985/2006, Αρμ 2006, 1739, στην οποία κρίθηκε συγκεκριμένα ότι η διατύπωση ΓΟΣ, σύμφωνα με τον οποίο σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης η αποζημίωση θα ανέρχεται σε ποσό ίσο α) με τόκο 6 μηνών επί του εξοφλούμενου κεφαλαίου, όταν η πρόωρη εξόφληση συντελείται  στο πρώτο ήμισυ της διάρκειας του δανείου και β) με τόκο 3 μηνών επί του εξοφλούμενου κεφαλαίου, όταν η προεξόφληση λαμβάνει χώρα στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα της σύμβασης του δανείου, «είναι ευκρινέστατη, δοθέντος ότι η, σε περίπτωση άσκησης του δικαιώματος της δανειολήπτριας για πρόωρη εξόφληση του ληφθέντος δανείου, καθορισθείσα καταβλητέα αποζημίωση στη δανείστρια, για την εξισορρόπηση της προκαλούμενης στην τελευταία ζημίας, ορίστηκε ίση με τους τόκους ενός εξαμήνου επί του εξοφλούμενου κεφαλαίου (όταν η προεξόφληση γινόταν στο πρώτο ήμισυ της διάρκειας του δανείου) και συνεπώς, με δεδομένο ότι ο υπολογισμός των τόκων γινόταν με βάση το συνομολογηθέν σταθερό επιτόκιο 7,15% ετησίως, η ενλόγω συμφωνηθείσα παροχή -καταβλητέας αποζημίωσης- ήταν ορισμένη εξαρχής (καθόσον το ποσόν του εξοφλούμενου κεφαλαίου, επί του οποίου με βάση το σταθερό συνομολογηθέν επιτόκιο δανειοδότησης 7,15% ετησίως υπολογίζεται ο αναλογών τόκος εξαμήνου, προσδιορίζει αποκλειστικά και μόνον η δανειοδοτηθείσα ενάγουσα, με την επιλογή της να ασκήσει σε συγκεκριμένο χρόνο που η ίδια καθόριζε και ήταν άγνωστος στη δανείστρια κατά την κατάρτιση της σύμβασης, το δικαίωμα της για πρόωρη εξόφληση του ληφθέντος δανείου) και ως εκ τούτου, λόγω της σαφήνειας και του κατανοητού του συγκεκριμένου όρου, δεν πρόκειται εν προκειμένω για ΓΟΣ που επιβλήθηκε από τον προμηθευτή (εναγομένη) σε βάρος του καταναλωτή (ενάγουσας) χωρίς να τηρηθεί η αρχή της διαφάνειας που επιτάσσει ο ν. 2251/1994, σύμφωνα με όσα αναλυτικά διαλαμβάνονται στη νομική σκέψη της παρούσας». ΕιρΑθ 3110/2005, ΕΕμπΔ 2006, 92.

[175]Βλ. για το ζήτημα και ΔΕΚ, απόφαση της 3-6-2010, Caja de Ahorros y Monte de Piedad de Madrid κατά Asociación de Usuarios de Servicios Bancarios (Ausbanc), μη δημοσιευμένη ακόμη στη Συλλογή.

[176]Βλ. Βενιέρη, ΧρΙΔ 2004, 479∙ Δέλλιο, Προστασία των καταναλωτών και σύστημα ιδιωτικού δικαίου ΙΙ, 385 επ.∙ Κουμάνη,  ΧρΙΔ 2004, 283 επ., ο οποίος αναφέρει ορθά ότι ένας απεριόριστος έλεγχος της σχέσης παροχής και αντιπαροχής θα προσέκρουε στην αρχή της συναλλακτικής ελευθερίας, καθώς και τους δομικούς κανόνες της προσφοράς και ζήτησης της αγοράς που συνιστούν τον κινητήριο μοχλό της οικονομίας, και Ρόκα, παρατηρήσεις στην ΠΠρΑθ 3229/1996, ΝοΒ 1998, 823. Ομοίως οι ΑΠ 1401/1999, ΔΕΕ 2000, 192. ΕφΑθ 1448/1998, Αρμ 1999, 973.

[177]Μεντής, ΧρΙΔ 2001, 562.

[178]ΟλΑΠ 15/2007, ΔΕΕ 2007, 975.

[179]ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460.

[180]Τσενέ, Αρχή της διαφάνειας και έλεγχος καταχρηστικότητας των ΓΟΣ, Συνήγ. 2005, 31-32.

[181]Δέλλιος, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 128 επ.∙τον ίδιο, Προστασία των καταναλωτών και σύστημα ιδιωτικού δικαίου ΙΙ, 393 επ.  Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο Βενιέρης, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 111 επ., ο οποίος, στηριζόμενος στον αποζημιωτικό χαρακτήρα που φέρει κατά την κρατούσα σε θεωρία και νομολογία άποψη η οικονομική επιβάρυνση του δανειολήπτη σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης, θεωρεί ότι δεν πρόκειται για είδος «παροχής» με την κλασσική έννοια του όρου, με αποτέλεσμα να μπορεί να ελεγχθεί ως προς το ύψος της.

[182]Βλ. ΟλΑΠ 15/2007, ΔΕΕ 2007, 975. ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460. ΠΠρΑΘ 1119/2002, ΔΕΕ 2003, 439. ΜΠρΑθ 4593/2005, ΔΕΕ 2006, 517. ΕιρΡοδ 129/2008, ΝΟΜΟΣ.

[183]Βλ. ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460. Βλ. όμως και ΕιρΑθ 1109/2006, ΧρηΔικ 2007, 77.

 

[184]Βλ. Βενιέρη, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 125 επ.∙ Μαρίνο/Βενιέρη, ΧρΙΔ 2005, 466-467.

[185]Η τροποποίηση συνίστατο στην προσθήκη της φράσης «ο οποίος να αναφέρεται στη σύμβαση».

[186]Δέλλιος, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 218-219.

[187]Βλ. Βενιέρη, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 119 επ.∙ Μαρίνο/Βενιέρη, ΧρΙΔ 2005, 466.

 

[188]Πρόκειται για τις αποφάσεις ΠΠρΑθ 1119/2002, ΔΕΕ 2003, 439, που αποκλείει ρητά την εφαρμογή του εδ. κζ. ΕφΑθ 5253/2003, ΔΕΕ 2004, 797. ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460.

[189]Βλ. Βενιέρη, Πρόωρη εξόφληση δανείου, 123 επ.∙ Δέλλιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 252∙ Μαρίνο/Βενιέρη, ΧρΙΔ 2005, 466. Ομοίως ΜΠρΑθ 4593/2005, ΔΕΕ 2006, 517. Αντίθ. ΕιρΘεσ 5985/2006, Αρμ 2006, 1739.

[190]Βλ. Μαρίνο/βενιέρη, ΧρΙΔ 2005, 474-475.

[191]Βλ. ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460, η οποία αναφέρει χαρακτηριστικά ότι όρος δανειακής σύμβασης που προβλέπει την καταβολή αποζημίωσης ίσης με το 2,5% του πρόωρα εξοφληθέντος κεφαλαίου «επιτρέπει στην τράπεζα να εισπράττει αποζημίωση στην περίπτωση προεξόφλησης του δανείου, χωρίς, ωστόσο, να γίνει επίκληση της ύπαρξης ζημίας από την εν λόγω προεξόφληση». ΕφΑθ 5253/2003, ΔΕΕ 2004, 797. ΜΠρΑθ 4593/2005, ΔΕΕ 2006, 517. ΕιρΡοδ 129/2008, ΝΟΜΟΣ. ΕιρΑθ 2676/2004, ΧρΙΔ 2005, 151.

[192]Βλ. Δέλλιο, Ατομική και συλλογική προστασία των καταναλωτών από την έλλειψη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων της σύμβασης, 252, που ορθά παρατηρεί ότι οι ρήτρες που προβλέπουν την αποκατάσταση μιας ανεπίκλητης και αναπόδεικτης ζημίας, απαλλάσσοντας την τράπεζα από το βάρος της σχετικής απόδειξης και αποκλείοντας το δικαίωμα ανταπόδειξης του δανειολήπτη, συνιστούν στην ουσία μία συγκαλυμμένη ποινή, η οποία καταπίπτει σε βάρος του δανειολήπτη ακόμη και στις περιπτώσεις που η τράπεζα δεν υφίσταται πραγματική ζημία.

[193]Βλ. ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460.

[194]Βλ. ΜΠρΑθ 4593/2005, ΔΕΕ 2006, 517.

[195]Βλ. ΟλΑΠ 15/2007, ΔΕΕ 2007, 975. ΑΠ 430/2005, ΔΕΕ 2005, 460. ΜΠρΑθ 4593/2005, ΔΕΕ 2006, 517.

Αρχική ΝΟΜΙΚΗ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΠΡΟΩΡΗ ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΑΡΘΡΑ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΩΡΗΣ ΕΞΟΦΛΗΣΗΣ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ