Η ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ ΤΕΚΝΩΝ ΕΝΟΨΕΙ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 615 ΚΠολΔ

 

 
Αλεξία Κ. Μουτσιούλη

              ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ                    

LL.M Civil, Civil Procedure and Labour Law

 

 
 Ενόψει της εντυπωσιακής προόδου που έχει πραγματοποιήσει τα τελευταία χρόνια η ιατρική-γενετική επιστήμη, ο ν. 1329/1983 τροποποίησε το άρθρο 615 ΚΠολΔ και αναγνώρισε ως ασφαλές μέσο για τη διαπίστωση της πατρότητας τις ιατρικές εξετάσεις που διεξάγονται βάσει γενικά αναγνωρισμένων επιστημονικών μεθόδων, αίροντας τις όποιες επιφυλάξεις υπήρχαν μέχρι τότε στη νομική φιλολογία και νομολογία σχετικά με την αποδεικτική αξία των εξετάσεων αυτών στις δίκες με αντικείμενο την απόδειξη της πατρότητας.

 

1. Επιστημονικές μέθοδοι προσδιορισμού της πατρότητας

 Μολονότι στο παρελθόν ήταν δυνατός μόνο ο αρνητικός προσδιορισμός της πατρότητας, ο οποίος συγκεκριμένα συνίσταται στον αποκλεισμό της πατρότητας όταν στο αίμα του τέκνου  προκύπτουν στοιχεία που δεν προσιδιάζουν με αυτά του υποτιθέμενου πατέρα[1], ήδη στις μέρες μας η γενετική επιστήμη έχει κατορθώσει να ομιλεί και για θετική διαπίστωση της πατρότητας. Ειδικότερα:

 Μέθοδοι αποκλεισμού της πατρότητας:α)Η ανθρωποκεντρική μέθοδος που έχει ως αντικείμενο την έρευνα μορφολογικών ή φυσιογνωμικών γνωρισμάτων του τέκνου, της μητέρας και του φερόμενου ως πατέρα, όπως το σχήμα του κρανίου, το χρώμα των ματιών και των μαλλιών, τις γραμμές της παλάμης και των πελμάτων ή ακόμα και τη μορφολογία της σπονδυλικής στήλης (μέθοδος Kuhn). Εντούτοις, η μέθοδος αυτή παρουσιάζει σοβαρά μειονεκτήματα δεδομένου ότι μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σε τέκνα άνω των τριών ετών, αφού στην ηλικία αυτή αποκρυσταλλώνονται τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του ατόμου, τα οποία μάλιστα δεν διαμορφώνονται πάντοτε κατά τρόπο κληρονομικό, αλλά πολλές φορές δέχονται επιρροές και από το περιβάλλον. β) Η ορολογική (αιματολογική) μέθοδος που συνίσταται στην εξέταση του αίματος, αφού προηγουμένως χωρισθεί ο ορός από τα λευκά και ερυθρά αιμοσφαίρια. Πρόκειται για δύο ειδών εξετάσεις: i. Τον καθορισμό της ομάδος αίματος στα διάφορα  ανοσογενετικά συστήματα. Εδώ υπάγονται τα συστήματα  ABO, MNSs και Rhesus. ii. Τον καθορισμού του πρωτεϊνικού (δομικού ή ενζυμικού) πολυμορφισμού[2]. γ) Η κυτταρολογική μέθοδος[3] που στηρίζεται στην εξέταση του αριθμού και της μορφολογίας των χρωμοσωμάτων, προέκταση της οποίας συνιστά και η μέθοδος καθορισμού των ομάδων λευκοκυτταρικών αντιγόνων ιστοσυμβατότητας (HL-A)[4].

 Μέθοδος θετικού προσδιορισμού της πατρότητας: Πρόκειται για τη μέθοδο υβριδισμού DNA με RNA  που στηρίζεται  στην  απομόνωση  του γονιδίου nRNA. Ο  έλεγχος  γίνεται από τις λεγόμενες «γονιδιακές μορφές» ή «αλλήλια», τα  οποία  καθίστανται  ευδιάκριτα  κατά  την  ηλεκτροφόρηση. Η διαπίστωση αλληλίων στο τέκνο που δεν μπορούν να αποδοθούν στο φερόμενο γονέα, αποκλείουν τη πατρότητά τους έως και 100% περίπου, ενώ αν όλες οι γονιδιακές  μορφές του  τέκνου  ανευρίσκονται  στους  γονείς, η πατρότητα του γονέα έχει πιθανότητα 100%, δεδομένου ότι η πιθανότητα της ύπαρξης των ίδιων αλληλίων και σε άλλο πρόσωπο από σύμπτωση είναι 1 προς 1250[5].

 Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ως άνω μέθοδοι αποκλεισμού της πατρότητας εγγυώνται απολύτως βέβαια αποτελέσματα (η πατρότητα δηλαδή μπορεί να αποκλεισθεί κατά ποσοστό 100%)[6], ενώ η μέθοδος υβριδισμού DNA με RNA επιτρέπει το θετικό προσδιορισμό της πατρότητας με ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά πιθανολόγησης, της τάξεως του 98% και πάνω[7].

 

2. Φύση του αποδεικτικού μέσου των αιματολογικών εξετάσεων

 Όσον αφορά τη φύση του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, στη θεωρία[8] κρατεί η άποψη ότι πρόκειται για έναν συνδυασμό αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης, στη δε νομολογία υπερισχύει μάλλον η άποψη ότι πρόκειται για μία ιδιόρρυθμη πραγματογνωμοσύνη[9], ενώ τέλος έχει υποστηριχθεί και η όχι και τόσο πειστική άποψη ότι πρόκειται μόνο για αυτοψία[10].

 Η αποδοχή της δεύτερης άποψης συνεπάγεται την εφαρμογή των άρθρων 368 επ. ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια το δικαστήριο μπορεί να διατάξει πραγματογνωμοσύνη αυτεπαγγέλτως, όταν κρίνει ότι πρόκειται για ζητήματα που για να γίνουν αντιληπτά απαιτούν ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (368§1 ΚΠολΔ). Η κρίση ως προς την αναγκαιότητα του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός και αν κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται  όχι απλώς ειδικές, αλλά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης(368§2 ΚΠολΔ), οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα, ειδάλλως δημιουργείται ο από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσης[11].

 Κατά το άρθρο 270§4ΚΠολΔ ο διορισμός των πραγματογνωμόνων γίνεται κατά τη συζήτηση της υποθέσεως με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, εάν όμως η ανάγκη πραγματογνωμοσύνης διαπιστωθεί κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή κατά τη διάσκεψη, η πραγματογνωμοσύνη μπορεί να διαταχθεί με απόφαση του δικαστηρίου, με την οποία θα διατάσσεται η επανάληψη της συζητήσεως κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ[12]. Το δικαστήριο εφόσον το κρίνει σκόπιμο, μπορεί να διορίσει πραγματογνώμονα και εκτός του καταλόγου πραγματογνωμόνων(372 ΚΠολΔ)[13], ενώ στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου εναπόκειται και το εάν κατά το άρθρο 388 ΚΠολΔ θα διατάξει νέα πραγματογνωμοσύνη ή την επανάληψη ή τη συμπλήρωση της αρχικής από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, χωρίς να υποχρεούται να αιτιολογήσει ειδικά τη συγκεκριμένη απόφασή του[14]. Σε κάθε περίπτωση απαραίτητη είναι η όρκιση του πραγματογνώμονα κατά το άρθρο 385 ΚΠολΔ, εκτός και αν πρόκειται για επανάληψη της πραγματογνωμοσύνης με τους ίδιους πραγματογνώμονες[15].

 Όσον αφορά τον τρόπο διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης, έχει κριθεί[16]ότι σε περίπτωση που οι πραγματογνώμονες δεν ακολουθήσουν τις οδηγίες του δικαστηρίου ή δεν λάβουν υπόψη τα στοιχεία της δικογραφίας, η παράλειψή τους  αυτή δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης ακόμη και αν υπάρχει βλάβη του διαδίκου, δεδομένου ότι το δικαστήριο δύναται από τη μία πλευρά, εκτιμώντας ελεύθερα την γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων κατά το άρθρο 387 ΚΠολΔ, να μη της προσδώσει αποδεικτική βαρύτητα, αν δεν ακολουθήθηκαν οι οδηγίες που δόθηκαν στους πραγματογνώμονες ή οι διευκρινήσεις των διαδίκων, ενώ από την άλλη πλευρά έχει την δυνατότητα να κάνει χρήση και του άρθρου 388 ΚΠολΔ, διατάσσοντας την επανάληψη ή τη συμπλήρωση της αρχικής πραγματογνωμοσύνης.

 Σε περίπτωση υιοθέτησης της άποψης ότι πρόκειται για συνδυασμό αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης, εκτός από τις ανωτέρω διατάξεις θα εφαρμοστούν και τα άρθρα 355 επ. ΚΠολΔ, στο μέτρο πάντοτε που δεν έρχονται σε σύγκρουση με την ειδικότερη διάταξη του άρθρου 615 ΚΠολΔ. Έτσι δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 367, το άρθρο 366 μ’ αποτέλεσμα ο διάδικος να μην μπορεί να αρνηθεί τις ιατρικές εξετάσεις για κάθε «σπουδαίο λόγο», αλλά μόνο για ειδικούς λόγους υγείας ή όταν θίγεται η αξιοπρέπειά του, ενώ σε περίπτωση άρνησής του διαδίκου ισχύει το αμάχητο τεκμήριο του άρθρου 615 ΚΠολΔ και δεν εκτιμάται η άρνησή του ελεύθερα κατά το άρθρο 366 ΚΠολΔ[17], μ’ εξαίρεση την περίπτωση, όπως θα δούμε και παρακάτω, που δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του 615 ΚΠολΔ[18].

 

3. Προϋποθέσεις και συνταγματικότητα του αμάχητου τεκμηρίου του άρθρου 615 ΚΠολΔ

 

α. Άρνηση ενός εκ των διαδίκων

 Προϋποθέσεις: Προκειμένου να ισχύσει σε βάρος του διαδίκου που αρνείται να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις για τη διαπίστωση της πατρότητας, το δεσμευτικό για το δικαστήριο αμάχητο τεκμήριο που εισάγεται στο άρθρο 615§1ΚΠολΔ, θα πρέπει να ισχύσουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

 i. Θα πρέπει το δικαστήριο να διατάσσει τη διενέργεια ιατρικών εξετάσεων, επειδή τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα δεν επαρκούν για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης ως προς το αποδεικτέο ζήτημα της πατρότητας, καθότι μόνο τότε συντρέχει  ο όρος του αναγκαίου αποδεικτικού μέσου που θέτει το άρθρο 615§1 ΚΠολΔ[19]. Εντούτοις αρκετές δικαστικές αποφάσεις[20],  δεν εμμένουν τόσο πολύ στη συγκεκριμένη προϋπόθεση προβάλλοντας ως επιχείρημα τα ιδιαίτερα χρήσιμα και αξιόπιστα αποτελέσματα των ιατρικών αυτών εξετάσεων, σε συνδυασμό με το επισφαλές των μαρτυρικών καταθέσεων.

 ii. Οι ιατρικές εξετάσεις θα πρέπει να είναι πρόσφορες, ήτοι κατάλληλες και ικανές να οδηγήσουν στην απόδειξη της πατρότητας. Έτσι, λ.χ. εάν αντικείμενο της απόδειξης είναι η ανικανότητα του συζύγου, θα πρέπει το δικαστήριο να διατάξει σπερματοληψία και όχι αιματολογικές εξετάσεις, οι οποίες ενδείκνυνται σε περίπτωση ικανότητας του συζύγου για τεκνοποίηση[21]. Επιπλέον, θα πρέπει να πρόκειται για ιατρικές εξετάσεις που διεξάγονται με γενικώς αναγνωρισμένες επιστημονικές μεθόδους, που δεν βρίσκονται σε πειραματικό στάδιο[22], ενώ σε κάθε περίπτωση κατά το άρθρο 615 §3 ΚΠολΔ θα πρέπει να λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέσα για την προστασία της υγείας και της αξιοπρέπειας του εξεταζόμενου. Το τελευταίο σημαίνει ότι οι εξετάσεις θα πρέπει να διενεργούνται με αυστηρή πάντα τήρηση των κανόνων της υγιεινής, σε χώρο και με συνθήκες που δεν υποβάλλουν τον εξεταζόμενο σε ψυχική δοκιμασία [23].

 iii. Δέκα ημέρες πριν από τη διενέργεια των ιατρικών εξετάσεων, πρέπει να επιδοθεί σχετική κλήση στο διάδικο που πρόκειται να εξεταστεί, στον ίδιο μάλιστα το διάδικο αυτοπροσώπως ενόψει του άρθρου 143§2 ΚΠολΔ[24]. Ο νόμος δεν αναφέρει ποιος επιμελείται την κλήτευση, αλλά θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτή γίνεται με επιμέλεια του διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον[25]. Η παράλειψη επίδοσης της κλήσης, με την οποία ο διάδικος καλείται να παραστεί και να συνδράμει στην διενέργεια των ιατρικών εξετάσεων ή η επίδοση της άνευ τηρήσεως της προθεσμίας των δέκα ημερών, καθιστά δικαιολογημένη την απουσία του διαδίκου, οπότε το δικαστήριο θα πρέπει να διατάξει την επανάληψη της πραγματογνωμοσύνης. Εάν ο διάδικος εμφανισθεί κατά την ημέρα και ώρα της πραγματογνωμοσύνης, δεν μπορεί να αρνηθεί να υποβληθεί στις εξετάσεις, παρά μόνο εάν επικαλεστεί βλάβη από την ελαττωματικότητα της κλήτευσης[26].

 Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση που η πραγματογνωμοσύνη λάβει τελικώς χώρα, μ’ αποτέλεσμα αυτή να μπορεί να ακυρωθεί μεταγενέστερα μόνο δυνάμει του άρθρου 159§3 ΚΠολΔ, ήτοι με επίκληση συγκεκριμένης δικονομικής βλάβης, που δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας[27]. Συνήθως τέτοια δικονομική βλάβη υφίσταται ο διάδικος, όταν λόγω της μη ενημέρωσης του, στερήθηκε τη δυνατότητα να διορίσει τεχνικό σύμβουλο κατά το άρθρο 391 ΚΠολΔ.[28].

 iv. Τέλος απαιτείται η αδικαιολόγητη άρνηση του διαδίκου να υποβληθεί στις εξετάσεις[29], η οποία θα υφίσταται, όταν συντρεχουσών των ανωτέρω προϋποθέσεων, ο διάδικος αρνείται να υποβληθεί στις εξετάσεις χωρίς να επικαλείται ειδικούς λόγους υγείας ή προσβολή της αξιοπρέπειας του κατά τις §1 και §3 του άρθρου 615 ΚΠολΔ. Άρνηση που λαμβάνει χώρα για οποιοδήποτε άλλο λόγο, έστω και σπουδαίο, δεν καθιστά την άρνηση του διαδίκου δικαιολογημένη, ρύθμιση που εισάγει απόκλιση από το άρθρο 362 ΚΠολΔ[30]. Όταν πάντως αρνούνται και οι δύο διάδικοι να υποβληθούν στις εξετάσεις, τόσο  δηλαδή ο πιθανός πατέρας όσο και η ενάγουσα μητέρα, τότε το άρθρο 615§1 ΚΠολΔ δεν μπορεί να εφαρμοσθεί[31].

Διχογνωμία υφίσταται όσον αφορά την άρνηση των μαρτύρων του Ιεχωβά να υποβληθούν στις ιατρικές εξετάσεις για  διαπίστωση της πατρότητας, δεδομένου ότι λόγω των θρησκευτικών πεποιθήσεων τους δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε είδους επέμβαση στο σώμα τους. Κατά μία άποψη[32] το άρθρο 615§1 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, αφού η άρνηση του διαδίκου δεν οφείλεται σε κακοπιστία του τελευταίου-η αντιμετώπιση της οποία αποτελεί και τη ratio της εν λόγω διάταξης- αλλά στο γεγονός ότι οι εξετάσεις προσβάλλουν την αξιοπρέπεια και τα θρησκευτικά του πιστεύω, μ’ αποτέλεσμα η άρνηση του να κρίνεται δικαιολογημένη και να εκτιμάται αυτή ελεύθερα από το δικαστήριο κατ’ εφαρμογή του 366 ΚΠολΔ. Παρόλα αυτά έχει εκφρασθεί και η αντίθετη άποψη[33], σύμφωνα με την οποία, η άρνηση του διαδίκου δικαιολογείται μόνο για ειδικούς λόγους υγείας και όχι για λόγους θρησκευτικής συνείδησης, ενόψει και του γεγονότος ότι με το άρθρο 13 Σ θεσπίζεται σχετική προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας, η οποία ρητά κατά το ίδιο άρθρο δεν απαλλάσσει τους πιστούς από την υποχρέωση συμμόρφωσής τους προς τους κανόνες της έννομης τάξης.

 Έννομη συνέπεια: Η συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων συνεπάγεται την ισχύ του αμάχητου τεκμηρίου[34] του άρθρου 615 ΚΠολΔ, δυνάμει του οποίου το δικαστήριο υποχρεούται να θεωρήσει ως αποδεδειγμένους τους ισχυρισμούς του αντιδίκου εκείνου που αρνείται αδικαιολόγητα να υποβληθεί στις εξετάσεις. Η συγκεκριμένη διάταξη εισάγει απόκλιση από το άρθρο 366 ΚΠολΔ και υπερισχύει του τελευταίου ως ειδικότερη διάταξη. Ούτε το άρθρο 367 ΚΠολΔ μπορεί να εφαρμοστεί, ενόψει της αυστηρότερης κύρωσης που επιβάλλεται στο διάδικο με το άρθρο 615 ΚΠολΔ[35].

 Κατά την κρατούσα μάλιστα στη νομολογία άποψη[36], ως αποδεδειγμένοι θα κριθούν  όχι οι ισχυρισμοί του αντιδίκου περί της πατρότητας του εναγομένου, αλλά περί της ύπαρξης στο αίμα του τελευταίου στοιχείων που καθιστούν σφόδρα πιθανή την πατρότητα του. Με άλλα λόγια δεν τεκμαίρεται η πατρότητα του εναγομένου, αλλά το θετικό πόρισμα υπέρ της πατρότητας του εναγομένου που θα είχε η πραγματογνωμοσύνη, εάν αυτή διεξαγόταν. Το στοιχείο αυτό εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης ως προς την αμφισβητούμενη πατρότητα.

 Η ως άνω άποψη της νομολογίας έχει δεχθεί αρκετές επικρίσεις από τη θεωρία[37], με κυριότερο επιχείρημα το γεγονός ότι οι αποδεικνυόμενοι κατά το άρθρο 615§1 ΚΠολΔ ισχυρισμοί του αντιδίκου, δεν μπορεί να είναι άλλοι από αυτούς που αφορούν την ύπαρξη της πατρότητας στο πρόσωπο του εναγομένου, στην οποία και θεμελιώνεται εξάλλου η σχετική αγωγή.

 Αξίζει να σημειωθεί ότι σε περίπτωση που δεν συντρέχει κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 615 ΚΠολΔ, δεν θα εφαρμοστεί η τελευταία διάταξη αλλά το άρθρο 366 ΚΠολΔ, μ’ αποτέλεσμα να μην ισχύει το ως άνω τεκμήριο και η άρνηση του διαδίκου να εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο[38].

 

β. Άρνηση τρίτων

 Το άρθρο 615§2 ΚΠολΔ παρέχει τη δυνατότητα στο δικαστήριο να επιβάλλει χρηματική ποινή ύψους 29 έως 290 Ευρώ στους τρίτους, που έχουν διαταχθεί να υποβληθούν σε εξετάσεις και αδικαιολόγητα αρνούνται ή παραλείπουν να εμφανιστούν κατά την ημέρα και ώρα διενέργειας των εξετάσεων, εμποδίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την ευδοκίμηση του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Οι γενικότερες διατάξεις των άρθρων 367 και 205 ΚΠολΔ, δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση λόγω του ειδικότερου χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 615§2 ΚΠολΔ[39].

 Η εν λόγω ρύθμιση αφορά τρίτα πρόσωπα, διαφορετικά των διαδίκων, όπως ο άνδρας που δεν είναι μεν εναγόμενος, αλλά στο αίμα του ενδεχομένως υπάρχουν στοιχεία που καθιστούν πολύ πιθανή την πατρότητα του, ή οι γονείς και τα αδέρφια της μητέρας και του υποτιθέμενου πατέρα ή τα αδέρφια του τέκνου, δεδομένου ότι κατά τους νόμους του Mendel τα γονίδια κληρονομούνται μέχρι και την δεύτερη ή τρίτη γενιά και άρα η συγκριτική εξέταση των αποτελεσμάτων μπορεί να παρέχει περισσότερες εγγυήσεις και ασφάλεια ως προς την κρίση της πατρότητας[40].

 Η αδικαιολόγητη άρνηση του τρίτου ερμηνεύεται κατά τρόπο ευρύτερο σε σχέση με την αδικαιολόγητη άρνηση του διαδίκου, καθώς εδώ δεν χρησιμοποιείται ο όρος «ειδικοί λόγοι υγείας» που χρησιμοποιείται στην προηγούμενη παράγραφο. Συνεπώς η άρνηση του τρίτου επιτρέπεται γενικά για κάθε σπουδαίο λόγο, ακόμα και αν αυτός δεν ανάγεται ειδικά σε λόγους υγείας ή προσβολής της αξιοπρέπειας του διαδίκου[41].

 

γ. Συνταγματικότητα της διάταξης

 Οι αυστηρές κυρώσεις των §1 και §2 του άρθρου 615 ΚΠολΔ, ενδεχομένως να προσδίδουν στη διάταξη μία μορφή έμμεσου εξαναγκασμού που έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 2§1, 5§1 και 7§2 Σ, στα οποία ρητά κατοχυρώνεται  η αξία του ανθρώπου και το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, ενώ παράλληλα απαγορεύεται κάθε είδους σωματική κάκωση ή άσκηση φυσικής και ψυχολογικής βίας.

Εντούτοις μία προσεκτική εξέταση της διάταξης και των λόγων που οδήγησαν στη θέσπισή της, αίρουν τις όποιες αμφιβολίες  έχουν εκφρασθεί κατά καιρούς σε σχέση με τη συνταγματικότητά της. Και αυτό διότι οι ατομικές ελευθερίες κάθε ανθρώπου οριοθετούνται από τις ατομικές ελευθερίες και τα δικαιώματα των υπολοίπων ατόμων, «αφού μόνο έτσι μπορεί να εξασφαλιστεί η ελευθερία όλων και να αποτραπεί η ασυδοσία ορισμένων»[42].  Τέτοιο δικαίωμα είναι στην προκειμένη περίπτωση και το δικαίωμα κάθε παιδιού  να γνωρίσει το φυσικό του πατέρα και να συνδεθεί νομικά με αυτόν, δικαίωμα που απορρέει από πληθώρα συνταγματικών διατάξεων και συγκεκριμένα το άρθρο 2§1 Σ που προστατεύει την αξία του ανθρώπου, το άρθρο 4§1 Σ που θεσπίζει την ισότητα μεταξύ των πολιτών, το άρθρο 5§1 Σ που κατοχυρώνει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, το άρθρο 21 Σ που προστατεύει το θεσμό της οικογένειας και την παιδική ηλικία, αλλά και το άρθρο 20§1 που αφορά το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια[43].

Προβαίνοντας σε μία στάθμιση των εκατέρωθεν συγκρουόμενων δικαιωμάτων, προκύπτει ότι η εν λόγω σύγκρουση θα πρέπει να αρθεί προς όφελος των συμφερόντων του παιδιού, το δικαίωμα του οποίου στην καταγωγή υπερισχύει σαφώς του δικαιώματος του διαδίκου να μην υποστεί τις ιατρικές εξετάσεις[44], ενώ οποιαδήποτε άρνηση του διαδίκου θα μπορούσε να θεωρηθεί και καταχρηστική βάσει του άρθρου 25§3 Σ[45]. Η συνταγματικότητα της συγκεκριμένης διάταξης ενισχύεται τέλος και από την απουσία άλλων ηπιότερων μέσων, ικανών να παρέχουν εξίσου ασφαλή και αξιόπιστα με τις ιατρικές εξετάσεις αποτελέσματα, στοιχείο που καθιστά το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, που δεν είναι άλλος από τον προσδιορισμό της πατρότητας του παιδιού[46].

 

                                                                                                                                                                                                                           


[1] ΕφΑθ 8600/1995, ΠοινΧρ 1995, σελ. 1276.

[2]Μακρίδου, Αρμ. 1984, 697-698. Παπαδόπουλος, Αγωγές οικογενειακού δικαίου, σελ. 643. Παπαζήση, ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 1467, αρ. 66-67. Σταμπέλου, Αιματολογικές εξετάσεις και διαπίστωση της πατρότητας, ΝοΒ 1984, σελ. 1325.

[3]Παπαζήση, ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 1467, αρ. 66-67.

[4] ΕφΛαρ 606/2002, Δικογραφία 2002, σελ. 486. Συγκεκριμένα η περιοχή HLA υποδιαιρείται σε άλλες μικρότερες χρωμοσωμιακές θέσεις που ονομάστηκαν HLA-A,B,C,D,DR. Κάθε μία από τις μικρότερες χρωμοσωμιακές θέσεις HLA-A,B,C,D,DR είναι κωδικοποιημένη για ένα μεγάλο αριθμό αλληλίων, των οποίων τα μόρια εκφράζονται στην επιφάνεια όλων σχεδόν των εμπύρηνων κυττάρων του οργανισμού και αποτελούν τα αντιγόνα HLA. Τα αντιγόνα είναι ειδικά για το άτομο, παραμένουν αμετάβλητα σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Κάθε άτομα κληρονομεί από κάθε γονέα και από κάθε γονιδιακή θέση ένα αντιγόνο που αποκαλείται απλότυπος και τα δύο μαζί συνθέτουν το γονότυπο. Η μη διαπίστωση συνεπώς στο τέκνο της μεταβίβασης δύο αντιγόνων από την ίδια θέση HLA-A και HLA-B της μητέρας και του φερόμενου ως πατέρα αποκλείει τον προσδιορισμό πιθανότητας πατρότητας, η οποία εξασθενίζεται με τη  διαπίστωση αυτή, ενώ αντιθέτως η διαπίστωση μεταβίβασης αυτής καθιστά εφικτό έως ένα ποσοστό τον προσδιορισμό της πατρότητας. Βλ.  Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 615, αρ. 5.

[5] ΕφΑθ 8600/1995, ΠοινΧρ 1995, σελ. 1276. Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 615, αρ. 5.

[6] ΕφΠατρ 198/2006, ΑχΝομ 2007, σελ. 189.

[7]Παπαδόπουλος, Αγωγές οικογενειακού δικαίου, σελ. 643. Βλ. και Μακρίδου, Αρμ. 1984, 697, κατά την οποία η πιθανότητα λάθους εντοπίζεται στο 1%.

Πάντως επειδή ακριβώς δεν πρόκειται για απόλυτα ακριβή προσδιορισμό, δηλαδή για προσδιορισμό κατά ποσοστό 100%, αλλά για κατά πιθανολόγηση προσδιορισμό της πατρότητας, γι’ αυτό στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης χρησιμοποιείται συνήθως ο όρος  « δεν αποκλείεται η πατρότητα» βλ. λ.χ. ΕφΑθ. 5386/1989, Αρχ.Νομ. 1990, σελ. 655· ΕφΘεσ. 336/2000, Αρμ. 2002, σελ. 38.

[8]Δεληγιάννης, ΕλλΔνη 1992, σελ. 18, σημ. 116. Διαμαντόπουλος, ΕλλΔνη 1990, σελ. 978. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Το αμάχητο τεκμήριο του άρθρου 615 και η θέση της νομολογίας, Δ/νη 1996, σελ. 512. Λιβιεράτου, Η προσβολή της πατρότητας και το άρθρο 615 ΚΠολΔ, ΑρχΝομ 1992, σελ. 256. Παντελίδου, Η ιατρική πραγματογνωμοσύνη στις δίκες για την πατρότητα, 2001, σελ. 1486. Παπαζήση, ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 1467, αρ. 53. Σταμπέλου, ΕλλΔνη ΝοΒ 1984, σελ. 1327. Ομοίως, ΕφΑθ 13484/1988, ΕλλΔνη 1992, σελ. 189.

[9]ΟλΑΠ 32/1990, ΑρχΝομ 1990, σελ. 642. ΕφΑθ. 5386/1989, Αρχ.Νομ. 1990, σελ. 655. Ομοίως και Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 615, αρ. 2. Παπαδόπουλος, Αγωγές οικογενειακού δικαίου, σελ. 645. Σινανιώτης, Ειδικές διαδικασίες, σελ. 122.

[10]Παπαντωνίου, Οι τροποποιήσεις που επέφερε ο ν. 1329/1983 στα άλλα, εκτός από το οικογενειακό δίκαιο βιβλία του ΑΚ και στον ΚΠολΔ, ΝοΒ 1983, σελ 931.

[11] ΑΠ 1546/2000, ΕλλΔνη 2001, σελ. 1343· ΑΠ 637/2001,  ΕλλΔνη 2002, σελ. 1422.

[12]Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας(-Τέντες), Ερμ.ΚΠολΔ, άρθρο 375, αρ. 1.

[13] ΕφΛαρ 606/2002, Δικογραφία 2002, σελ. 486.

>[14]ΕφΘεσ. 621/1995, Αρμ. 1996, σελ. 74, σύμφωνα με την οποία «Η νέα πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται ως προς τα ίδια θέματα για τα οποία έχει διαταχθεί η αρχική, όταν το δικαστήριο δεν έχει τις αναγκαίες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις για να ελέγχει το περιεχόμενο της αρχικής γνωμοδότησης ή ορθότητας της οποίας αμφισβητείται κατά τρόπο που κλονίζει το δικαστήριο….. Τέλος, συμπλήρωση της πραγματογνωμοσύνης διατάσσεται όταν, μετά την αποδεικτική διαδικασία, προκύπτει η ανάγκη της επέκτασης αυτής και σε άλλα συναφή θέματα, στην εν λόγω δε περίπτωση μπορεί να διεξαχθεί αυτή (συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη) είτε από τους αρχικούς πραγματογνώμονες είτε από καινούργιους.».

[15] ΕφΘεσ. 621/1995, Αρμ. 1996, σελ. 74.

[16] ΕφΛαρ 606/2002, Δικογραφία 2002, σελ. 486.

[17]Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό δίκαιο ΙΙα, σελ. 84∙ η ίδια, Η δικαστική αναγνώριση της πατρότητας μετά την αναθεώρηση του Οικογενειακού Δικαίου, σελ. 53-54. Παντελίδου,  ΕλλΔνη 2001, σελ. 1486. Παπαζήση, ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 1467, αρ. 51. Παπαντωνίου, ΝοΒ 1983, σελ 931 Σταμπέλου, ΝοΒ 1984, σελ. 1327.

[18] ΕφΑθ 9414/1987,  ΕλλΔνη 1988, σελ. 1423.                                                            

[19]Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 615, αρ. 4. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας(-Ποδηματά), Ερμ.ΚΠολΔ, άρθρο 615, αρ. 5. Παπαζήση, ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 1467, αρ. 55. Παπαδόπουλος, Αγωγές οικογενειακού δικαίου, σελ. 647. Βλ. Διαμαντόπουλο,  ΕλλΔνη 1990, σελ. 976. Κουτσουράδη, ΕλλΔνη 1988, σελ 1334. Μακρίδου, Αρμ. 1984, σελ. 697, κατά τους οποίους το στοιχείο της αναγκαιότητας προσδίδει στις ιατρικές εξετάσεις κατά κάποιο τρόπο επικουρικό χαρακτήρα. Ομοίως ΕφΑθ 9414/1987,  ΕλλΔνη 1988, σελ. 1423.

[20] ΑΠ 3/2005, ΕλλΔνη 2005, σελ. 822. ΕφΛαρ 606/2002, Δικογραφία 2002, σελ. 486.

[21]Παπαζήση, ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 1467, αρ. 55.

[22]Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 615, αρ. 4. Διαμαντόπουλος, ΕλλΔνη 1990, σελ. 976. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας(-Ποδηματά), Ερμ.ΚΠολΔ, άρθρο 615, αρ. 5. Παντελίδου, ΕλλΔνη 2001, σελ. 1490. Παπαδόπουλος, Αγωγές οικογενειακού δικαίου, σελ. 647.

[23]Παπαζήση, ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 1467, αρ. 72.             

[24] ΕφΘεσ. 1221/2004, Αρμ. 2005, σελ. 82, κατά την οποία δεν είναι αρκετή η επίδοση στον αντίκλητο δικηγόρο του διαδίκου, αλλά απαιτείται επίδοση στον ίδιο τον διάδικο αυτοπροσώπως.

[25]Παπαζήση, ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 1467, αρ. 70.

[26]Μακρίδου, Αρμ. 1984, σελ. 701-702. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας(-Ποδηματά), Ερμ.ΚΠολΔ, άρθρο 615, αρ. 9.

[27] ΕφΑθ 9414/1987, ΕλλΔνη 1988, σελ. 1423. ΕφΠατρ 198/2006, ΑχΝομ 2007, σελ. 189.

[28] ΕφΛαρ 606/2002, Δικογραφία 2002, σελ. 486.

[29] Με έμμεση άρνησή του διαδίκου θα πρέπει να εξομοιώνεται και η μη εμφάνισή του υπό τον όρο βέβαια ότι προηγουμένως έχει λάβει χώρα  η νόμιμη κλήτευσή του.

[30] ΕφΑθ 9414/1987, ΕλλΔνη 1988, σελ. 1423. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό δίκαιο ΙΙα, σελ. 83-84. Παπαδόπουλος, Αγωγές οικογενειακού δικαίου, σελ. 648.

[31] ΕφΑθ 4702/1994, ΝοΒ 1995, σελ. 567, στην οποία η άρνηση και των δύο αποσκοπούσε στην αποφυγή της αμοιβής της πραγματογνωμοσύνης. Ομοίως Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας(-Ποδηματά), Ερμ.ΚΠολΔ, άρθρο 615, αρ. 6.

[32]Διαμαντόπουλος, ΕλλΔνη 1990, σελ. 977. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό δίκαιο ΙΙα, σελ. 87, σημ. 62· η ίδια, Η δικαστική αναγνώριση της πατρότητας μετά την αναθεώρηση του Οικογενειακού Δικαίου, σελ. 52·

[33]Μακρίδου, Αρμ. 1984, σελ. 701. Παπαδόπουλος, Αγωγές οικογενειακού δικαίου, σελ. 647. Παπαζήση, ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 1467, αρ. 91-92.

[34] Κατά την κρατούσα στη θεωρία και νομολογία άποψη, πρόκειται για νόμιμο τεκμήριο, αφού ο νομοθέτης αφενός συναγάγει συμπέρασμα από ένα γνωστό περιστατικό για ένα άγνωστο, το οποίο είναι αδύνατο να αποδειχτεί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αφετέρου η νομική κατάσταση που κατασκευάζει ο νομοθέτης με την εν λόγω διάταξη κατά πάσα πιθανότητα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πρόκειται μάλιστα για αμάχητο τεκμήριο, αφού δεν επιτρέπεται η αντίθετη απόδειξη. Βλ. αναλυτικότερα Διαμαντόπουλος, ΕλλΔνη 1990, σελ. 977.  Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ΕλλΔνη 1996, σελ. 512. Μακρίδου, Αρμ. 1984, σελ. 699-700. Ομοίως ΟλΑΠ 32/1990,  ΕλλΔνη 1991, σελ. 55. ΕφΑθ 9974/2002, ΕλλΔνη 2003, σελ. 1002.

Εντούτοις έχει υποστηριχθεί και η άποψη ότι πρόκειται για πλάσμα δικαίου. Βλ. ΑΠ 3/2005, ΕλλΔνη 2005, σελ. 822. Ομοίως Παπαζήση, ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 1467, αρ. 83, που ασπάζεται την άποψη ότι τα αμάχητα τεκμήρια ισοδυναμούν με πλάσμα δικαίου. Παπαντωνίου, ΝοΒ 1983, σελ 931. Μερικοί κάνουν λόγο και για πλάσμα ομολογίας των ισχυρισμών του αντιδίκου όπως Λιβιεράτος, ΑρχΝομ 1992, σελ. 256 και Παντελίδου, ΕλλΔνη 2001, σελ. 1486.

[35]Διαμαντόπουλος, 1 ΕλλΔνη 990, σελ. 977.

[36] ΟλΑΠ 32/1990, ΕλλΔνη 1991, σελ. 55. ΑΠ 3/2005, ΕλλΔνη 2005, σελ. 822. ΕφΑθ 9974/2002, ΕλλΔνη 2003, σελ. 1002. ΕφΠατρ 711/2003, ΑχΝομ 2004, σελ. 171∙ ως επιχείρημα η κρατούσα στη νομολογία άποψη εκφράζει και το γεγονός ότι δεν είναι δυνατό στο εν λόγω τεκμήριο να αποδοθεί αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη από αύτη που θα είχε η πραγματογνωμοσύνη αν λάμβανε χώρα. Βλ. ΟλΑΠ 32/1990, ΕλλΔνη 1991, σελ. 55.

 Βλ. όμως και ΕφΘεσ. 2601/1998,  ΕλλΔνη 1989, σελ. 981, όπου η μητέρα αρνήθηκε να υποβληθεί στις ιατρικές εξετάσεις και το δικαστήριο θεώρησε ως αποδεδειγμένους τους ισχυρισμούς του αντιδίκου της, ήτοι ότι  το τέκνο δεν είχε ως πατέρα τον εναγόμενο.

[37]Δελληγιάννης, ΕλλΔνη 1992, σελ. 18, κατά τον μάλιστα η αυστηρότερη αυτή κύρωση ανταποκρίνεται περισσότερο στο πνεύμα του νομοθέτη κατά τη θέσπιση της συγκεκριμένης διάταξης, που επιθυμώντας την προστασία των συμφερόντων του παιδιού αποσκοπούσε στον έμμεσο εξαναγκασμό των διαδίκων να υποβληθούν στις ιατρικές εξετάσεις· Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ΕλλΔνη 1996, σελ. 513.

[38] ΕφΑθ 9414/1987,  ΕλλΔνη 1988, σελ. 1423. Ομοίως Διαμαντόπουλος,  ΕλλΔνη 1990, σελ. 977.  Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό δίκαιο ΙΙα, σελ. 84.

[39]Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Η δικαστική αναγνώριση της πατρότητας μετά την αναθεώρηση του Οικογενειακού Δικαίου, σελ. 55. Παπαζήση, ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 1467, αρ. 86.

[40]Μακρίδου, Αρμ. 1984, σελ. 701.

[41]Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας(-Ποδηματά), Ερμ.ΚΠολΔ, άρθρο 615, αρ. 8.     Μακρίδου, Αρμ. 1984, σελ. 701.

[42] ΕφΠατρ 711/2003, ΑχΝομ. 2004, σελ. 171. Ομοίως Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 615, αρ. 3. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Η δικαστική αναγνώριση της πατρότητας μετά την αναθεώρηση του Οικογενειακού Δικαίου, σελ. 57

[43]Βαθρακοκοίλης, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 615, αρ. 3. Δεληγιάννης, ΕλλΔνη 1992, σελ. 18. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό δίκαιο ΙΙα, σελ. 87. Παπαδόπουλος, Αγωγές οικογενειακού δικαίου, σελ. 784. Στάμπελου, ΝοΒ 1984, σελ. 1328.

[44]Διαμαντόπουλος, ΕλλΔνη 1990, σελ. 979.

[45]Δεληγιάννης, ΕλλΔνη 1992, σελ. 18.

[46]Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Η δικαστική αναγνώριση της πατρότητας μετά την αναθεώρηση του Οικογενειακού Δικαίου, σελ. 57. Μακρίδου, Αρμ. 1984, σελ. 700.

 

 

Αρχική ΝΟΜΙΚΗ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗ ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ ΤΕΚΝΩΝ ΑΡΘΡΑ Η ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ ΤΕΚΝΩΝ ΕΝΟΨΕΙ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 615 ΚΠολΔ