ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΕΠΙΤΟΚΙΩΝ

Ενόψει και της πρόσφατης απόφασης 370/2012 του Αρείου Πάγου

 

 

ΑΛΕΞΙΑ Κ. ΜΟΥΤΣΙΟΥΛΗ

Δικηγόρος

LL.M Civil, Civil Procedure and Labour Law

 

Η πρωτοφανής ύφεση που βιώνει η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια και η εξαιτίας αυτής αδυναμία των περισσότερων δανειοληπτών να ανταποκριθούν στις δανειακές τους υποχρεώσεις, επανέφερε για ακόμη μία φορά στο προσκήνιο τον προβληματισμό για τα υψηλά επιτόκια που επιβάλλουν συχνά τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας μας σε καταναλωτικής κυρίως φύσεως πιστωτικές συμβάσεις, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις ανέρχονται ακόμη και σε ποσοστό 16 %. Ειδικότερα:

Μέχρι το 1987 τα ανώτατα όρια των τραπεζικών επιτοκίων καθοριζόταν βάσει διοικητικών πράξεων που εξέδιδε αρχικώς η Νομισματική Επιτροπή και εν συνεχεία, μετά την κατάργηση της με το άρθρο 1 ν. 1266/1982, η Τράπεζα της Ελλάδας, στην οποία και μεταβιβάστηκαν οι αρμοδιότητες της πρώτης. Από τότε σταδιακά στο πλαίσιο της γενικότερης προσπάθειας απελευθέρωσης των όρων λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος, απελευθερώθηκαν σε μεγάλο βαθμό τα τραπεζικά επιτόκια, τα όρια των οποίων, ανώτατα και κατώτατα, αποτελούν σήμερα ως επί το πλείστον αντικείμενο ελεύθερης διαπραγμάτευσης των συμβαλλομένων μερών. Η απελευθέρωση των τραπεζικών επιτοκίων είχε ως αποτέλεσμα να καθορίζονται αυτά πλέον από το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης και τον ανταγωνισμό που διαμορφώνεται μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων στην νομισματοπιστωτική αγορά.

Πράγματι πληθώρα δικαστικών αποφάσεων (ΑΠ 1219/2001, ΝοΒ 2002, 354. ΠΠρΑθ 6774/2003, ΝΟΜΟΣ. ΜΠρΑθ 1386/2005, ΑρχΝ 2009, 184. ΕιρΑθ 178/2009, Αρμ 2009, 1374. ΕιρΑθ 1706,2008, ΕΕμπΔ 2009, 932. ΕιρΑθ 1446/2005, Αρμ. 2007, 71) αποφαίνονται ότι τα τραπεζικά επιτόκια είναι σήμερα κατά κανόνα ελευθέρως διαπραγματεύσιμα και το ισχύον γι` αυτά καθεστώς δεν συνοδεύεται από τη θέσπιση ανωτάτων ορίων, εξ ου και η επέμβαση του νομοθέτη περιορίζεται στη ρύθμιση των εξωτραπεζικών μόνον επιτοκίων. Ωστόσο, τα εξωτραπεζικά επιτόκια, παρά τον περιορισμό τους στις εξωτραπεζικές συναλλαγές, δεν παύουν να έχουν γενικότερη κοινωνικοοικονομική σημασία και να αφορούν και τις τραπεζικές συμβατικές σχέσεις. Ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος στην ελεύθερη διαμόρφωση των τραπεζικών επιτοκίων είναι η συμπίεση τους κάτω από τα όρια των εξωτραπεζικών.

Με την ανωτέρω άποψη τάσσεται και μερίδα της νομικής θεωρίας, η οποία υποστηρίζει ότι ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος των τραπεζών να διαμορφώνουν ελεύθερα το ύψος των επιτοκίων τους συνίσταται στην ανταγωνιστική συμπίεσή αυτών κάτω από τα όρια των εξωτραπεζικών επιτοκίων. Με άλλα λόγια τα εξωτραπεζικά επιτόκια λειτουργούν ως σαφή όρια ανεκτής κερδοσκοπικής τοκοληψίας στο πλαίσιο της εθνικής οικονομίας, ο ρόλος των οποίων δεν περιορίζεται μόνο στις εξωτραπεζικές, αλλά, αντιθέτως, επεκτείνεται και στις τραπεζικές συναλλαγές.

Καθοριστικής σημασία για το υπό εξέταση ζήτημα αποτελεί η πρόσφατη απόφαση 370/2012 του Αρείου Πάγου, η οποία δέχεται καταρχήν ότι τα επιτόκια των χορηγουμένων από τα πιστωτικά ιδρύματα δανείων καθορίζονται ελεύθερα με διαπραγμάτευση μεταξύ δανειοληπτών και πιστωτικών ιδρυμάτων, χωρίς σχετική επέμβαση του νομοθέτη ως προς το ανώτατο όριο αυτών, υπογραμμίζει εντούτοις την ανάγκη καθορισμού εκ των προτέρων στη δανειακή σύμβαση κριτήριων εύλογων και αντικειμενικών για τον δανειολήπτη, που δικαιολογούν τη διαφορά μεταξύ τραπεζικών και εξωτραπεζικών επιτοκίων, ειδάλλως η σχετική συμφωνία πάσχει λόγω καταχρηστικότητας σχετικής ακυρότητας.

 

 

Αρχική Ενημερώσου για.... ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΕΠΙΤΟΚΙΩΝ